Η νευρική ανορεξία παραμένει μία από τις πιο επικίνδυνες ψυχιατρικές διαταραχές, με υψηλά ποσοστά υποτροπής ακόμη και μετά από επιτυχημένη θεραπεία. Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι μια ορμόνη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προειδοποιητικό σήμα για τον εντοπισμό ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να επιστρέψουν στη νόσο.
ΔΕΠΥ: 4 σοβαρές συνέπειες της διαταραχής που πρέπει να γνωρίζετε
Η πρόκληση της υποτροπής στη νευρική ανορεξία
Η νευρική ανορεξία είναι μια σοβαρή διατροφική διαταραχή που μπορεί να απειλήσει ακόμη και τη ζωή των ασθενών. Παρότι οι θεραπευτικές παρεμβάσεις βοηθούν στην αποκατάσταση του σωματικού βάρους και της θρεπτικής κατάστασης, η πλήρης ανάρρωση παραμένει δύσκολη υπόθεση.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου τέσσερις στους δέκα ασθενείς που νοσηλεύονται για τη διαταραχή επιστρέφουν στο νοσοκομείο μέσα στους πρώτους έξι μήνες μετά το εξιτήριό τους.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι επιστήμονες αναζητούν τους βιολογικούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από τις συχνές υποτροπές.
Μια άλλη έρευνα στο παρελθόν που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Microbiology κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επίσης ένα διαταραγμένο μικροβίωμα μπορεί να συμβάλλει στην παθογένεση της νευρικής ανορεξίας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μεταβολές στα εντερικά βακτήρια συνδέονται με ανωμαλίες στον μεταβολισμό της ενέργειας και στη διατροφική συμπεριφορά, ενισχύοντας την άποψη ότι το μικροβίωμα ενδέχεται να αποτελεί μελλοντικό θεραπευτικό στόχο για τη νόσο.
Τι είναι το LEAP2 και γιατί βρίσκεται στο επίκεντρο
Νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Translational Psychiatry εστιάζει στη σχέση ανάμεσα στη γκρελίνη (ghrelin) και στο LEAP2 (liver-expressed antimicrobial peptide 2).
Η μελέτη παρουσιάστηκε από τη νευροεπιστήμονα Virginie Tolle στο Federation of European Neuroscience Societies Forum 2026.
Η ερευνήτρια του γαλλικού INSERM επισημαίνει ότι η νευρική ανορεξία χαρακτηρίζεται από έντονο περιορισμό της πρόσληψης τροφής, ο οποίος συχνά συνοδεύεται από αυξημένη σωματική δραστηριότητα.
«Η νευρική ανορεξία χαρακτηρίζεται από αυτοεπιβαλλόμενο περιορισμό της τροφής, που συχνά συνοδεύεται από υπερδραστηριότητα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρό υποσιτισμό και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή συνέπειες. Πράγματι, η νευρική ανορεξία παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ όλων των ψυχιατρικών διαταραχών».
Όπως υπογραμμίζει η ίδια, δεν υπάρχει σήμερα αποτελεσματική φαρμακευτική θεραπεία για τη διαταραχή, ενώ η ανάρρωση συχνά απαιτεί πολλούς μήνες και συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο υποτροπής.
Σύνδρομο Ραπουνζέλ: Γιατί κάποιοι άνθρωποι τρώνε τα μαλλιά τους;
Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη
Οι ερευνητές παρακολούθησαν 30 γυναίκες ηλικίας από 18 έως 60 ετών με διάγνωση νευρικής ανορεξίας.
Όλες συμμετείχαν σε πρόγραμμα τετράμηνης θεραπείας επανασίτισης σε εξειδικευμένο κέντρο διατροφικών διαταραχών.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας συλλέχθηκαν δείγματα αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, μετά την ολοκλήρωσή της και έξι μήνες αργότερα, προκειμένου να εξεταστούν τα επίπεδα των σχετικών ορμονών.
Ο ρόλος της γκρελίνης και των σημάτων πείνας
Η γκρελίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται από το στομάχι και συνδέεται με την αίσθηση της πείνας.
Παρότι οι επιστήμονες δεν έχουν αποσαφηνίσει πλήρως αν η έκκρισή της προκαλεί ή απλώς σηματοδοτεί την πείνα, είναι γνωστό ότι στους περισσότερους ανθρώπους λειτουργεί ως ένδειξη ότι το σώμα χρειάζεται τροφή.
Στα άτομα με νευρική ανορεξία, ωστόσο, η διαδικασία αυτή φαίνεται να μην λειτουργεί φυσιολογικά.
Έλλειψη βιταμίνης D στα νεογέννητα – Πώς αυξάνει τις πιθανότητες για αυτισμό, ΔΕΠΥ και σχιζοφρένεια
Τα βασικά ευρήματα της έρευνας
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς εμφάνιζαν περίπου 20% υψηλότερα επίπεδα LEAP2 κατά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο σε σχέση με τα επίπεδα που καταγράφηκαν μετά την αποκατάσταση του βάρους τους.
Το εύρημα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς το LEAP2 δρα ως ανταγωνιστής της γκρελίνης και περιορίζει τα φυσιολογικά σήματα πείνας του οργανισμού.
Παράλληλα, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η αναλογία γκρελίνης προς LEAP2 συνδεόταν με την ικανότητα ελέγχου των παρορμήσεων μετά την αποκατάσταση του βάρους.
Τα σημεία που ξεχώρισαν
- Οι ασθενείς είχαν αυξημένα επίπεδα LEAP2 κατά την εισαγωγή τους.
- Τα επίπεδα μειώθηκαν μετά την επιτυχημένη επανασίτιση και την αύξηση βάρους.
- Όσοι υποτροπίασαν παρουσίασαν ξανά άνοδο του LEAP2.
- Η αναλογία γκρελίνης/LEAP2 σχετίστηκε με τον έλεγχο των παρορμήσεων.
- Οι ερευνητές θεωρούν ότι το LEAP2 μπορεί να αποτελέσει βιοδείκτη πρόβλεψης υποτροπής.
Τι έδειξαν τα πειράματα στα ποντίκια
Για να κατανοήσουν καλύτερα τον μηχανισμό, οι επιστήμονες πραγματοποίησαν παράλληλα πειράματα σε ποντίκια που είχαν χάσει περίπου το 25% του σωματικού τους βάρους.
Στα ζώα προσφέρθηκε η επιλογή ανάμεσα σε μια μικρή και άμεση ανταμοιβή τροφής ή σε ένα σημαντικά μεγαλύτερο γεύμα που απαιτούσε αναμονή.
Τα ποντίκια που είχαν υποσιτιστεί εμφάνισαν εντονότερη παρορμητικότητα. Παρότι η συμπεριφορά αυτή μειώθηκε μετά την επανασίτιση, δεν εξαφανίστηκε πλήρως.
Μάλιστα, τα υψηλά επίπεδα LEAP2 συνδέθηκαν στενά με τη διατήρηση αυτών των παρορμητικών συμπεριφορών.
Μπορεί μια εξέταση αίματος να προβλέψει την υποτροπή;
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι μεταβολικές και γνωστικές επιπτώσεις του περιορισμού της τροφής επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι ασθενείς λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη διατροφή τους.
Εφόσον τα ευρήματα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες ομάδες ασθενών, το LEAP2 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βιοδείκτης σε εξετάσεις αίματος για τον εντοπισμό ατόμων με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στους γιατρούς να προσαρμόζουν εγκαίρως τη θεραπεία και την παρακολούθηση κάθε ασθενούς.
Ελπίδες για νέες θεραπείες
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι η σύνδεση του LEAP2 με τη νευρική ανορεξία μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών παρεμβάσεων.
«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι τα μεταβολικά σήματα που φυσιολογικά ρυθμίζουν την πείνα προσαρμόζονται διαφορετικά σε παθολογικές διατροφικές συμπεριφορές όπως η νευρική ανορεξία. Τα σήματα αυτά επηρεάζουν επίσης τον εγκέφαλο και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων», δήλωσε η Virginie Tolle.
Η ίδια πρόσθεσε: «Όσα μάθαμε για το LEAP2 δείχνουν ότι αποτελεί έναν πιθανό στόχο για νέες θεραπευτικές στρατηγικές που είναι ιδιαίτερα αναγκαίες. Επιπλέον, η έρευνά μας αναδεικνύει το LEAP2 ως βιοδείκτη υποτροπής, γεγονός που υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος και η παρακολούθηση των ασθενών, ώστε η θεραπεία να προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες τους».