Σε μια περίοδο όπου το σύστημα υγείας δοκιμάζεται από τις αυξανόμενες ανάγκες των πολιτών, τις ελλείψεις προσωπικού και το διαρκώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος, οι μικρομεσαίες ιδιωτικές κλινικές βρίσκονται αντιμέτωπες με πρωτοφανείς πιέσεις.
Η Πρόεδρος του Συνδέσμου Ιδιωτικών Κλινικών Ελλάδος, Βανέσα Δεληχρήστου, μιλά για τις ασφυκτικές επιβαρύνσεις από το clawback και το rebate, τις δυσκολίες στελέχωσης με εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και την ανάγκη για ένα νέο, δίκαιο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, αναδεικνύει τις προκλήσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού, τις σχέσεις με τις ασφαλιστικές εταιρείες και τη σημασία της ποιότητας και της ασφάλειας των υπηρεσιών υγείας στη νέα εποχή.

Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση όσον αφορά τις υποχρεωτικές επιστροφές προς τον ΕΟΠΥΥ και πόσο βιώσιμες παραμένουν οι μικρομεσαίες ιδιωτικές κλινικές υπό το βάρος αυτών των περικοπών;
Το clawback και το rebate εδώ και 13 χρόνια αποτελούν μια μόνιμη πληγή για το σύνολο της ιδιωτικής υγείας και, δυστυχώς, θα συνεχίσουν να αποτελούν μέρος της πραγματικότητας του χώρου της υγείας. Ωστόσο, έχουν πλέον ξεπεράσει τα όρια ενός προσωρινού μηχανισμού συγκράτησης δαπανών και λειτουργούν ως μια μόνιμη και ιδιαίτερα βαριά οικονομική επιβάρυνση για τις ιδιωτικές κλινικές.
Ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες μονάδες, η κατάσταση είναι πλέον οριακή.Οι κλινικές καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχώς αυξανόμενου κόστους ενέργεια, μισθοδοσία, ιατρικά αναλώσιμα και τεχνολογικός εξοπλισμός ενώ ταυτόχρονα επιστρέφουν σημαντικό μέρος των δεδουλευμένων τους. Σε πολλές περιπτώσεις, μέσα από τον μηχανισμό είσπραξης των δόσεων του clawback και του rebate, οι παρακρατήσεις ξεπερνούν κάθε μήνα τούλαχιστον το 50% των χρημάτων που θα έπρεπε να λαμβάνουν οι κλινικές. Μια τέτοια συνθήκη δεν μπορεί να θεωρείται βιώσιμη για το μέλλον του κλάδου και της ίδιας της παροχής υπηρεσιών υγείας.
Η υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς σε οριζόντιες περικοπές ως μια εύκολη και μόνιμη λύση. Χρειάζονται ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, σύγχρονοι και στοχευμένοι έλεγχοι, καθώς και παρεμβάσεις που θα αντιμετωπίζουν πραγματικές στρεβλώσεις και φαινόμενα καταχρήσεων του συστήματος, χωρίς να επιβαρύνονται συλλήβδην οι δομές που λειτουργούν με συνέπεια, επενδύουν στην ποιότητα και στηρίζουν καθημερινά το σύστημα υγείας.
Παρατηρείται μια έντονη μετακίνηση νοσηλευτών προς το δημόσιο σύστημα ή το εξωτερικό. Πώς σχεδιάζει ο Σύνδεσμος να αντιμετωπίσει την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και τι κίνητρα πρέπει να δοθούν;
Η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού είναι σήμερα ίσως η μεγαλύτερη λειτουργική πρόκληση για τις ιδιωτικές κλινικές. Ο ιδιωτικός τομέας καλείται να λειτουργήσει σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον, με αυξημένες ανάγκες, υψηλό λειτουργικό κόστος και έντονο ανταγωνισμό για ανθρώπινο δυναμικό, τόσο από το εξωτερικό όσο και από το δημόσιο σύστημα υγείας.
Οι ιδιωτικές κλινικές επενδύουν καθημερινά στους ανθρώπους τους, προσπαθώντας να προσφέρουν καλύτερες συνθήκες εργασίας, σύγχρονο περιβάλλον, δυνατότητες εκπαίδευσης και επαγγελματικής εξέλιξης. Ωστόσο, το πρόβλημα έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας μεμονωμένης δομής και απαιτεί μια πιο συνολική στρατηγική για το ανθρώπινο δυναμικό της υγείας.
Χρειάζεται να ανοίξει σοβαρά η συζήτηση για νέες πολιτικές ενίσχυσης του επαγγέλματος, αλλά και για πιο ευέλικτες διαδικασίες προσέλκυσης εξειδικευμένου προσωπικού από το εξωτερικό, πάντα με σαφείς προϋποθέσεις, πιστοποιήσεις και απόλυτο σεβασμό στην ποιότητα των υπηρεσιών υγείας.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, χωρίς επαρκές και καλά εκπαιδευμένο νοσηλευτικό προσωπικό, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ποιοτική ούτε ασφαλής φροντίδα υγείας.
Πώς έχουν επηρεάσει οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των ιατρικών αναλώσιμων το λειτουργικό κόστος των κλινικών, και υπάρχει κίνδυνος μετακύλισης αυτού του κόστους στους ασθενείς;
Οι αυξήσεις στην ενέργεια, στα ιατρικά αναλώσιμα, στα φάρμακα και στον εξοπλισμό έχουν επηρεάσει δραματικά το λειτουργικό κόστος των κλινικών. Οι μονάδες υγείας λειτουργούν 24 ώρες το 24ωρο και έχουν τεράστιες ενεργειακές και λειτουργικές απαιτήσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες μικρομεσαίες ιδιωτικές κλινικές προσπαθούν να απορροφήσουν όσο μπορούν αυτή την πίεση.
Εξυπηρετούμε καθημερινά πολίτες που, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, δεν διαθέτουν ιδιωτική ασφάλιση και ανήκουν στη μεσαία και μικρομεσαία τάξη. Είναι άνθρωποι που ήδη πιέζονται οικονομικά και δεν μπορεί το αυξανόμενο κόστος λειτουργίας να μετακυλίεται συνεχώς πάνω τους.
Την ίδια στιγμή, οι αποζημιώσεις και τα νοσήλια παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα εδώ και δεκαετίες, ενώ μέσα από το clawback και το rebate μειώνονται ακόμη περισσότερο στην πράξη. Αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά πιεστική πραγματικότητα για τις μικρομεσαίες κλινικές, που καλούνται να διατηρήσουν υψηλό επίπεδο υπηρεσιών μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχώς αυξανόμενου κόστους και μειούμενων εσόδων.
Για αυτό χρειάζονται άμεσα μέτρα στήριξης και μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση απέναντι στις πραγματικές ανάγκες των δομών υγείας και των ανθρώπων που εξυπηρετούν καθημερινά.
Μετά την εμπειρία της πανδημίας, πώς οραματίζεστε τη μελλοντική συνεργασία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα; Υπάρχει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διασφαλίζει μια δίκαιη σύμπραξη (ΣΔΙΤ);
Η πανδημία απέδειξε ότι όταν δημόσιος και ιδιωτικός τομέας συνεργάζονται ουσιαστικά, το σύστημα υγείας μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Οι ιδιωτικές κλινικές στάθηκαν δίπλα στο ΕΣΥ και στήριξαν έμπρακτα την εθνική προσπάθεια.
Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι ένα σταθερό, διαφανές και δίκαιο θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας και όχι αποσπασματικές λύσεις μόνο σε περιόδους κρίσης. Δεν πρέπει να φοβόμαστε ούτε να δαιμονοποιούμε τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην υγεία. Όταν υπάρχουν σαφείς κανόνες, σωστός έλεγχος, διαφάνεια και κοινός στόχος, μπορούν να δοθούν ουσιαστικές λύσεις σε χρόνιες δυσλειτουργίες του συστήματος.
Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι κλίνες ΜΕΘ που διαθέτουν οι ιδιωτικές κλινικές μέσω του ΕΚΑΒ. Πρόκειται για μια συνεργασία που στην πράξη λειτουργεί αποτελεσματικά, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαχείριση των περιστατικών και αποτρέποντας μεγάλες λίστες αναμονής σε τόσο κρίσιμες υπηρεσίες. Αυτό αποδεικνύει ότι όταν υπάρχει συνεργασία με ξεκάθαρους όρους, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι θετικό για όλους και κυρίως για τον ασθενή.
Οι επενδύσεις σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό αιχμής είναι δαπανηρές. Υπάρχουν χρηματοδοτικά εργαλεία στα οποία έχουν πρόσβαση οι ιδιωτικές κλινικές για τον ψηφιακό τους μετασχηματισμό;
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός και οι επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό δεν αποτελούν πλέον επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Οι ιδιωτικές κλινικές καλούνται να επενδύσουν σε ψηφιακά συστήματα, κυβερνοασφάλεια, τεχνητή νοημοσύνη και νέο ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό, ώστε να παραμένουν σύγχρονες, ασφαλείς και ανταγωνιστικές. Το πρόβλημα είναι ότι οι μικρομεσαίες δομές συχνά δεν έχουν ουσιαστική πρόσβαση στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ιδιωτικές κλινικές έμειναν εκτός σημαντικών προγραμμάτων χρηματοδότησης, όπως ο Αναπτυξιακός Νόμος ή δράσεις του ΕΣΠΑ, ενώ την ίδια στιγμή η τραπεζική χρηματοδότηση είναι εξαιρετικά δύσκολη έως και σχεδόν αδύνατη για πολλές μικρομεσαίες μονάδες υγείας.
Αυτό δημιουργεί μια μεγάλη ανισορροπία, γιατί από τη μία ζητείται από τις κλινικές να εκσυγχρονιστούν και να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της εποχής και από την άλλη δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εργαλεία χρηματοδότησης για να το πετύχουν.
Για αυτό ζητούμε ουσιαστικά ισότιμη συμμετοχή των ιδιωτικών κλινικών στα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης και στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν να επενδύουν στην ποιότητα και στην ασφάλεια των υπηρεσιών υγείας.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, οι κλινικές του δικτύου μας klinikes.gr, το Θεραπευτήριο Αθηνών, η HOSPITALity General Clinic και η Ευαγγελίστρια μέσα από τη συνεργασία με το Health Hub, αναπτύσσουν ήδη εφαρμογές και καινοτόμες ψηφιακές λύσεις προς την κατεύθυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού, επενδύοντας σε νέες τεχνολογίες που βελτιώνουν τόσο την καθημερινή λειτουργία των δομών όσο και την εμπειρία και ασφάλεια του ασθενούς.
Πώς εξελίσσεται η σχέση των κλινικών με τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες; Υπάρχει κοινό έδαφος για την αναθεώρηση των τιμολογίων που παραμένουν σταθερά εδώ και χρόνια;
Η σχέση με τις ασφαλιστικές εταιρείες βρίσκεται σήμερα σε μια κρίσιμη καμπή. Τα κόστη λειτουργίας έχουν αυξηθεί σημαντικά, η τεχνολογία έχει αλλάξει, οι απαιτήσεις των ασθενών είναι διαφορετικές και συνολικά το περιβάλλον της υγείας δεν θυμίζει σε τίποτα αυτό που ήταν πριν από 10 ή 15 χρόνια.
Παρά τα δεδομένα αυτά, η συνεργασία των ασφαλιστικών εταιρειών με τις μικρομεσαίες ιδιωτικές κλινικές παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη, έως και ανύπαρκτη σε αρκετές περιπτώσεις. Είναι ένα θέμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με ειλικρίνεια και ρεαλισμό.
Πιστεύω ότι οι καιροί έχουν αλλάξει ριζικά και χρειάζεται ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας από μηδενική βάση. Ένα πλαίσιο πιο σύγχρονο, πιο δίκαιο και πιο ανοιχτό, που θα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών αλλά και τη βιωσιμότητα των δομών υγείας. Οι μικρομεσαίες κλινικές μπορούν να προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες, άμεση εξυπηρέτηση και σημαντική αποσυμφόρηση του συστήματος υγείας. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει η βούληση για έναν ουσιαστικό διάλογο και μια νέα προσέγγιση συνεργασίας που θα ωφελεί τελικά τον ασφαλισμένο πολίτη.
Ποιες είναι οι πρωτοβουλίες του Συνδέσμου για την καθιέρωση αυστηρών δεικτών ποιότητας (KPIs) στις ιδιωτικές κλινικές, ώστε ο ασθενής να αισθάνεται ασφαλής για τις υπηρεσίες που λαμβάνει;
Η ποιότητα στην υγεία δεν μπορεί να είναι μόνο ένας θεωρητικός στόχος ή μια γραφειοκρατική διαδικασία. Πρέπει να αποτυπώνεται καθημερινά στην ασφάλεια, στη φροντίδα και στην εμπειρία του ασθενούς.
Ως Σύνδεσμος, είμαστε υπέρ της ουσιαστικής αξιολόγησης και της συνεχούς αναβάθμισης των υπηρεσιών υγείας. Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από την εφαρμογή καθαρά ποσοτικών κριτηρίων, τα οποία συχνά δεν αποτυπώνουν την πραγματική ποιότητα μιας δομής και καταλήγουν να λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμός οικονομικής πίεσης παρά ως εργαλείο βελτίωσης.
Εμείς πιστεύουμε σε ποιοτικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια, με έμφαση στην ασφάλεια ασθενούς, στα κλινικά αποτελέσματα, στην εκπαίδευση του προσωπικού, στη συμμόρφωση με διεθνή πρότυπα και στη συνολική εμπειρία του ασθενούς.
Για αυτό και αναζητούμε ενεργά τη συμμετοχή των ιδιωτικών κλινικών σε επιστημονικά πρωτόκολλα, ερευνητικά προγράμματα και διαδικασίες πιστοποίησης που θα συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση των υπηρεσιών υγείας και όχι απλώς στη δημιουργία νέων οικονομικών βαρών για τις μικρομεσαίες δομές.