Πρόοδο, αλλά και σημαντικές ανισότητες και απόσταση από τους στόχους του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, δείχνουν τα δεδομένα για τον εμβολιασμό HPV σε παιδιά και εφήβους.
Η πρόληψη των νοσημάτων που σχετίζονται με τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) αποτελεί βασική προτεραιότητα της δημόσιας υγείας διεθνώς. Στην Ελλάδα, η πρόσφατη δημοσίευση των πρώτων εθνικών δεδομένων για την εμβολιαστική κάλυψη έναντι του HPV σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα προς την αποτύπωση της πραγματικής εικόνας και την αξιολόγηση των εφαρμοζόμενων πολιτικών πρόληψης. Τα στοιχεία, τα οποία αντλήθηκαν για πρώτη φορά από τα ψηφιακά δεδομένα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, καταγράφουν σαφή πρόοδο στον εμβολιασμό παιδιών και εφήβων, αναδεικνύουν όμως παράλληλα σημαντικές ανισότητες και μια αξιοσημείωτη απόσταση από τους στόχους που έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να φωτίσει τόσο τα θετικά βήματα που έχουν γίνει όσο και τις προκλήσεις που παραμένουν, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις και ενίσχυση των προσπαθειών για καθολική και ισότιμη εμβολιαστική κάλυψη.
HPV: Ένας καρκίνος που μπορεί να προληφθεί μέσω εμβολιασμού
Η μελέτη, τίτλο «HPV vaccination coverage among children and adolescents in Greece using national prescription data» έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Vaccine. Η ερευνητική ομάδα προέρχεται από το Τμήμα Ιατρικής και το Τμήμα Νοσηλευτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, την ΗΔΙΚΑ Α.Ε. – Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης και το Υπουργείο Υγείας.
Η μελέτη αξιοποίησε ανωνυμοποιημένα ψηφιακά δεδομένα από το Εθνικό Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης (ΗΔΙΚΑ) και το Μητρώο ΑΜΚΑ, καλύπτοντας παιδιά ηλικίας 9–15 ετών για την περίοδο 2022–2024. Στόχος ήταν η αποτίμηση της προόδου της χώρας προς τον στόχο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για 90% πλήρη κάλυψη στα κορίτσια έως την ηλικία των 15 ετών έως το 2030.
Η παραπληροφόρηση πλήττει την αποδοχή του εμβολίου κατά του HPV
Τα ευρήματα δείχνουν μια σαφή, αλλά ανεπαρκή, βελτίωση
Η έναρξη του εμβολιασμού (τουλάχιστον μία δόση) σε παιδιά 9–15 ετών αυξάνεται σταθερά: από 34,7% το 2022 σε 41,4% το 2024 στα κορίτσια και από 10,8% σε 31,4% στα αγόρια, μετά και την ένταξη των αγοριών στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων.
Ωστόσο, όταν εξετάζεται η ηλικία στην οποία ξεκινά ο εμβολιασμός, προκύπτει σαφής καθυστέρηση σε σχέση με τις εθνικές συστάσεις. Στην ηλικιακή ομάδα 9–11 ετών (που είναι η συνιστώμενη ηλικία έναρξης) το 2024 είχε λάβει τουλάχιστον μία δόση το 18,6% των κοριτσιών και το 16,6% των αγοριών. Παράλληλα, στα κορίτσια που συμπληρώνουν το 15ο έτος ζωής σε κάθε ημερολογιακό έτος της ανάλυσης, σταθερά περίπου 6 στα 10 έχουν λάβει τουλάχιστον μία δόση HPV εμβολίου, ενώ στα αγόρια καταγράφεται ταχεία βελτίωση, με το ποσοστό εκείνων που έχουν ξεκινήσει εμβολιασμό πριν τα 15 να φτάνει κοντά στο 40% το 2024.
Αντίστοιχα, η πλήρης εμβολιαστική κάλυψη με δύο δόσεις μέχρι τα 15 έτη, στα κορίτσια αυξάνεται από 47,7% το 2022 σε περίπου 52,5% το 2024, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν 1 στα 2 κορίτσια δεν έχει ολοκληρώσει το σχήμα. Στα αγόρια της ίδιας ηλικίας η πρόοδος είναι εντυπωσιακή – από 1,0% σε 27,7% την ίδια περίοδο – αλλά ακόμη μόλις 1 στα 4 αγόρια είναι πλήρως εμβολιασμένο στα 15 του.
Η ανάλυση ανά διοικητική περιφέρεια δείχνει μεγάλες διαφορές τόσο στην έναρξη όσο και στην ολοκλήρωση του εμβολιασμού. Η Κρήτη καταγράφει σταθερά τα υψηλότερα ποσοστά, ενώ οι περιφέρειες Βορείου και Νοτίου Αιγαίου εμφανίζουν τα χαμηλότερα ποσοστά, ιδιαίτερα στα παιδιά που φτάνουν τα 15 τους χρόνια. Αυτό αντανακλά γνωστές ανισότητες πρόσβασης σε υπηρεσίες πρόληψης σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές και υπογραμμίζει την ανάγκη για στοχευμένες δράσεις σε επίπεδο τοπικών κοινοτήτων.
Εξίσου εμφανείς είναι και οι κοινωνικές ανισότητες. Τα παιδιά και οι έφηβοι που έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδας εμφανίζουν σταθερά πολύ χαμηλότερα ποσοστά τόσο έναρξης όσο και ολοκλήρωσης του HPV εμβολιασμού σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους που έχουν γεννηθεί στη χώρα. Για παράδειγμα, ανάμεσα σε κορίτσια 9–15 ετών, η κατάλληλη έναρξη εμβολιασμού κυμαίνεται σε επίπεδα περίπου τριπλάσια για όσες έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα σε σχέση με όσες έχουν γεννηθεί σε άλλη χώρα.
Η μελέτη αναδεικνύει, επίσης, τη στρατηγική σημασία των ψηφιακών δεδομένων υγείας για τη Δημόσια Υγεία. Η αξιοποίηση εθνικών υποδομών, όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, επιτρέπει την ακριβή και διαχρονική παρακολούθηση της εμβολιαστικής κάλυψης, τον εντοπισμό «κενών» ανά ηλικία, φύλο, περιοχή και κοινωνική ομάδα, και τη διαμόρφωση στοχευμένων παρεμβάσεων. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάγκη διαμόρφωσης πολιτικών που θα ενισχύουν την έγκαιρη έναρξη του εμβολιασμού και θα περιορίζουν τις γεωγραφικές και κοινωνικές ανισότητες, μέσω της ενδυνάμωσης της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, της ενημέρωσης γονέων και εφήβων, καθώς και στοχευμένων παρεμβάσεων σε νησιωτικές και ευάλωτες κοινότητες.