Ο καρκίνος του μαστού παραμένει μία από τις βασικότερες αιτίες θανάτου και νόσησης. Νέα μελέτη αποκαλύπτει ραγδαία επιβάρυνση και μεγάλες ανισότητες μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών.
Ο καρκίνος του μαστού συνεχίζει να αποτελεί μείζον παγκόσμιο πρόβλημα υγείας, με τα νεότερα στοιχεία να δείχνουν αύξηση των περιστατικών και των θανάτων τα επόμενα χρόνια, ενώ οι ανισότητες μεταξύ χωρών γίνονται ολοένα και πιο έντονες.
Ο καρκίνος του μαστού παραμένει μία από τις βασικότερες αιτίες θανάτου και νόσησης στις γυναίκες παγκοσμίως. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της μελέτης Global Burden of Disease 2023, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό Lancet, η επιβάρυνση της νόσου όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά αναμένεται να ενταθεί σημαντικά μέχρι το 2050.
Η έρευνα εξετάζει την πορεία της νόσου από το 1990 έως το 2023 και αποτυπώνει τόσο τα περιστατικά και τους θανάτους όσο και την επίδρασή της στην ποιότητα ζωής των ασθενών. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) παραθέτουν τα κυριότερα σημεία της μελέτης.
Τα βασικά στοιχεία για το 2023
- Το 2023 καταγράφηκαν περίπου 2,30 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου του μαστού σε γυναίκες παγκοσμίως, ενώ οι θάνατοι έφτασαν τους 764.000.
- Η συνολική επιβάρυνση της νόσου αποτυπώθηκε σε 24,1 εκατομμύρια DALYs, δηλαδή σε χαμένα έτη υγιούς ζωής λόγω πρόωρου θανάτου ή αναπηρίας.
Ανισότητες μεταξύ χωρών
Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα είναι η άνιση κατανομή της νόσου παγκοσμίως.
Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου η ηλικιακά τυποποιημένη επίπτωση του καρκίνου του μαστού ήταν σχετικά χαμηλή, με 44,2 περιστατικά ανά 100.000 ανθρωποέτη, η ηλικιακά τυποποιημένη θνησιμότητα ήταν η υψηλότερη, φτάνοντας τα 24,1 ανά 100.000.
Αντίθετα, στις χώρες υψηλού εισοδήματος παρατηρήθηκε η υψηλότερη επίπτωση, με 75,7 περιστατικά ανά 100.000, αλλά όχι η υψηλότερη θνησιμότητα. Το στοιχείο αυτό δείχνει με καθαρό τρόπο ότι η συχνότερη διάγνωση μιας νόσου δεν συνεπάγεται απαραίτητα και περισσότερους θανάτους. Σε πολλά ανεπτυγμένα συστήματα υγείας, η πρόσβαση σε προσυμπτωματικό έλεγχο, έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματική θεραπεία φαίνεται ότι συμβάλλει σημαντικά στη μείωση των απωλειών.
Πώς εξελίχθηκε η νόσος από το 1990 έως το 2023
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν εξετάζεται η εξέλιξη της νόσου μέσα στον χρόνο.
- Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος η επίπτωση αυξήθηκε κατά 147,2%
- Στις χώρες υψηλού εισοδήματος η αύξηση ήταν μόλις 1,2%
- Η θνησιμότητα μειώθηκε κατά 29,9% στις πλούσιες χώρες
- Στις φτωχότερες χώρες αυξήθηκε κατά 99,3%
Παρόμοια πορεία ακολούθησαν και οι ηλικιακά τυποποιημένοι δείκτες DALYs, επιβεβαιώνοντας ότι εκεί όπου η θνησιμότητα αυξάνεται, αυξάνεται ταυτόχρονα και η συνολική κοινωνική και υγειονομική επιβάρυνση. Ενώ ορισμένες χώρες καταφέρνουν να περιορίσουν τις συνέπειες της νόσου, άλλες βλέπουν το πρόβλημα να μεγαλώνει.
Παράγοντες κινδύνου και πρόληψη
Η μελέτη αναδεικνύει και τον ρόλο παραγόντων κινδύνου που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής.
Το 2023, περίπου το 28,3% της συνολικής επιβάρυνσης της νόσου συνδέθηκε με:
- Διατροφικούς κινδύνους
- Κάπνισμα
- Αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα
Παράλληλα, καταγράφεται μείωση της επιβάρυνσης που σχετίζεται με το αλκοόλ και το κάπνισμα σε σχέση με το παρελθόν, γεγονός που δείχνει ότι ορισμένες παρεμβάσεις έχουν αποτέλεσμα.
Οι προβλέψεις έως το 2050
Οι εκτιμήσεις για τα επόμενα χρόνια είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές.
Μέχρι το 2050 αναμένεται:
- 3,56 εκατομμύρια νέα περιστατικά ετησίως
- 1,37 εκατομμύρια θάνατοι παγκοσμίως
Η προοπτική αυτή ενισχύει την ανάγκη για άμεση δράση, όχι μόνο σε επίπεδο θεραπείας αλλά και σε επίπεδο οργάνωσης των συστημάτων υγείας.
Η μελέτη ερμηνεύει τη σταθερή επίπτωση και τη μείωση της θνησιμότητας στις χώρες υψηλού εισοδήματος ως ένδειξη επιτυχίας στον προσυμπτωματικό έλεγχο, στη διάγνωση και στη θεραπεία. Αντίθετα, η ταυτόχρονη αύξηση επίπτωσης και θνησιμότητας σε άλλες περιοχές του κόσμου θεωρείται ένδειξη ελλειμμάτων στα συστήματα υγείας.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι ο καρκίνος του μαστού δεν αποτελεί μόνο ιατρική πρόκληση, αλλά και ζήτημα ισότητας στην υγεία. Χωρίς αποτελεσματικές παρεμβάσεις, πολλές χώρες δεν θα καταφέρουν να πετύχουν τον φιλόδοξο στόχο της Παγκόσμιας Πρωτοβουλίας του ΠΟΥ για τον Καρκίνο του Μαστού, δηλαδή ετήσια μείωση κατά 2,5% των ηλικιακά τυποποιημένων δεικτών θνησιμότητας έως το 2040.
Αν δεν υπάρξει άμεση και αποφασιστική κινητοποίηση, το αυξανόμενο βάρος της νόσου θα πλήξει ακόμη περισσότερο τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς και θα διευρύνει περαιτέρω τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες, τονίζουν οι ειδικοί. Πίσω από κάθε αριθμό της έρευνας βρίσκονται πραγματικές ζωές, οικογένειες και κοινότητες, και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τα ευρήματα της μελέτης τόσο κρίσιμα για το παρόν και ακόμη περισσότερο για το μέλλον.