Site icon Όλο Υγεία

9ο Επιστημονικό Συνέδριο για τη Μείωση της Βλάβης από το Κάπνισμα: Το δίλημμα της δημόσιας υγείας, η φορολόγηση και τα παράνομα τσιγάρα

9ο Επιστημονικό Συνέδριο για τη Μείωση της Βλάβης από το Κάπνισμα: Το δίλημμα της δημόσιας υγείας, η φορολόγηση και τα παράνομα τσιγάρα

Μπορεί μια πολιτική που αυξάνει δραστικά τη φορολογία των προϊόντων καπνού να έχει τελικά διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει; Πρέπει τα συμβατικά τσιγάρα και τα νεότερα, θερμαινόμενα προϊόντα καπνού, να αντιμετωπίζονται φορολογικά και ρυθμιστικά με τον ίδιο τρόπο; Και τι συμβαίνει όταν η αύξηση των τιμών δεν οδηγεί στη διακοπή του καπνίσματος, αλλά στην παράνομη αγορά;

Τα ερωτήματα αυτά βρέθηκαν στο επίκεντρο του 9th Summit on Tobacco Harm Reduction: Novel Products, Research & Policy, ενός διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στις 28-30/9/2026 και έφερε στο ίδιο τραπέζι επιστήμονες, γιατρούς, ερευνητές, ειδικούς και φορείς χάραξης πολιτικής, με αντικείμενο τις σύγχρονες προκλήσεις στον έλεγχο του καπνίσματος και την προστασία της δημόσιας υγείας.

Η αφετηρία είναι σαφής, η πρόληψη και η πλήρης διακοπή του καπνίσματος παραμένουν ο πρωταρχικός στόχος. Υπάρχει όμως και η πραγματικότητα των καπνιστών που δεν καταφέρνουν ή δεν επιλέγουν να διακόψουν. Και εδώ αρχίζει μια από τις σημαντικότερες συζητήσεις που αναπτύχθηκαν στο Summit: εάν και με ποιον τρόπο τα νεότερα, θερμαινόμενα προϊόντα καπνού, μπορούν να ενταχθούν σε μια συνολικότερη στρατηγική μείωσης της βλάβης και εάν είναι ορθό όλα τα προϊόντα νικοτίνης να αντιμετωπίζονται με την ίδια φορολογική και ρυθμιστική λογική.

Η Ελλάδα στο επίκεντρο – Η σημαντική υποχώρηση των παράνομων τσιγάρων

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Summit έφεραν αρκετές φορές την Ελλάδα στο προσκήνιο.

Ο David Bird, Associate Director, The Strategy Group KPMG (UK), παρουσίασε μια ευρωπαϊκή αγορά στην οποία η κατανάλωση συμβατικών τσιγάρων υποχωρεί, αλλά το παράνομο εμπόριο κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Το 2025, στις 38 ευρωπαϊκές αγορές που εξετάστηκαν, η συνολική κατανάλωση τσιγάρων μειώθηκε κατά 4% και οι νόμιμες εγχώριες πωλήσεις κατά 5%. Την ίδια στιγμή, η παράνομη κατανάλωση αυξήθηκε κατά 6%, φθάνοντας τα 55 δισ. τσιγάρα.

Βασικός παράγοντας αυτής της αύξησης ήταν τα πλαστά τσιγάρα, οι όγκοι των οποίων ενισχύθηκαν κατά 13%, ενώ οι εκτιμώμενες απώλειες φορολογικών εσόδων από την παράνομη αγορά ανήλθαν στα 22 δισ. ευρώ.

Η Ελλάδα, όμως, κινείται αντίθετα από αυτή τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση.

Η συνολική κατανάλωση τσιγάρων μειώθηκε από 14,1 δισ. τεμάχια το 2024 σε 13,2 δισ. το 2025 (-6%), ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η υποχώρηση της παράνομης κατανάλωσης. Τα παράνομα/πλαστά τσιγάρα περιορίστηκαν από 2,5 δισ. σε 1,9 δισ. τεμάχια.

Έτσι, το μερίδιο της παράνομης κατανάλωσης στην Ελλάδα υποχώρησε περίπου στο 14% το 2025, από 18% το 2024 και 24% το 2023.

Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη αποκλιμάκωση μέσα σε δύο χρόνια και για μια εξέλιξη που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία την ώρα που στην Ευρώπη ανοίγει εκ νέου η συζήτηση για τη φορολογία των προϊόντων καπνού.

Τα θερμαινόμενα προϊόντα παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα

Στο σημείο αυτό προκύπτει μία από τις σημαντικότερες διαφοροποιήσεις που καταγράφηκαν στο Summit.

Τα στοιχεία της KPMG για τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού δείχνουν ότι στις 22 ευρωπαϊκές αγορές που εξετάστηκαν η συνολική κατανάλωσή τους αυξήθηκε κατά περίπου 7%. Ωστόσο, το παράνομο μερίδιό τους εκτιμάται μόλις στο 1%.

Ο David Bird το συνόψισε χαρακτηριστικά:

«Στα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού η κατανάλωση αυξάνεται, αλλά το παράνομο μερίδιο είναι μόλις 1%. Πρόκειται για ένα πολύ μικρότερο πρόβλημα [σε σχέση με τα τσιγάρα]».

Η διαφορά αυτή αποκτά σημασία καθώς τίθεται το ερώτημα εάν διαφορετικά προϊόντα, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και προφίλ κινδύνου, πρέπει να υπόκεινται στην ίδια ρυθμιστική και φορολογική αντιμετώπιση.

Φορολογία ανάλογη με τον κίνδυνο

Ένα από τα panel άνοιξε ο Δρ. Κωνσταντίνος Φαρσαλινός, ειδικός δημόσιας υγείας και ερευνητής συνεργαζόμενος με το πανεπιστήμιο Πατρών και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, θέτοντας από την αρχή στο τραπέζι τη λογική της διαφοροποιημένης φορολόγησης των προϊόντων ανάλογα με τον κίνδυνο.

Όπως ανέφερε:

«Μια προσέγγιση κοινής λογικής στη ρύθμιση είναι η φορολογία ανάλογα με τον κίνδυνο: όσο υψηλότερος ο κίνδυνος, τόσο υψηλότερη η φορολογία· όσο χαμηλότερος ο κίνδυνος, τόσο χαμηλότερη η φορολογία».

Η τοποθέτηση αυτή συμπυκνώνει μία από τις κεντρικές θέσεις που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης: ότι η φορολογία δεν αποτελεί απλώς μηχανισμό αύξησης των τιμών, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως εργαλείο για να επηρεάσει τη συμπεριφορά των καταναλωτών.

Τι συμβαίνει μετά την αύξηση των φόρων;

Στην οικονομική διάσταση του προβλήματος εστίασε ο καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου,  Παναγιώτης Λιαργκόβας, επισημαίνοντας ότι η φορολογία αποτελεί βασικό εργαλείο για τη μείωση της κατανάλωσης και την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά τα αποτελέσματά της πρέπει να αξιολογούνται συνολικά.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν μετά από μια αύξηση φόρων μειώνονται οι νόμιμες πωλήσεις. Είναι πού πηγαίνει αυτή η κατανάλωση.

Ο καταναλωτής σταματά να καπνίζει; Μειώνει τα τσιγάρα; Μεταβαίνει σε κάποιο άλλο νόμιμο προϊόν ή αναζητά φθηνότερες επιλογές στην παράνομη αγορά;

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:

«Το σωστό ερώτημα δεν είναι απλώς πόσο υψηλοί πρέπει να είναι οι φόροι στον καπνό, αλλά πώς μπορεί να σχεδιαστεί η φορολογία ώστε να μειώνει την επιβλαβή κατανάλωση χωρίς να ενισχύει ακούσια την παράνομη αγορά».

Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυπλοκότητας αυτής της σχέσης. Κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, οι αυξήσεις στη φορολογία συνέπεσαν με μεγάλη πτώση των εισοδημάτων, καθιστώντας την οικονομική προσιτότητα των νόμιμων προϊόντων κρίσιμη παράμετρο.

Σήμερα η κατάσταση εμφανίζεται σαφώς βελτιωμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Λιαργκόβας, η κατανάλωση παράνομων/πλαστών τσιγάρων στην Ελλάδα περιορίστηκε το 2025 σε 1,86 δισ. τεμάχια, περίπου 600 εκατ. λιγότερα από το 2024. Παράλληλα, οι εκτιμώμενες απώλειες φορολογικών εσόδων μειώθηκαν κατά περίπου 108 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο, στα 330 εκατ. ευρώ.

Ενόψει των σχεδιαζόμενων αλλαγών στην ευρωπαϊκή φορολογία, ο καθηγητής ανέδειξε τρεις κρίσιμες παραμέτρους: πόσο μεγάλη θα είναι η φορολογική μεταβολή, πόσο γρήγορα θα εφαρμοστεί και σε ποιο βαθμό θα διαφοροποιείται ανά προϊόν και κράτος-μέλος.

Και συμπύκνωσε τη θέση του σε μία ακόμη χαρακτηριστική φράση:

«Η φορολογική πολιτική και η πολιτική κατά του παράνομου εμπορίου δεν πρέπει να σχεδιάζονται σε διαφορετικά δωμάτια».

Όταν το νόμιμο προϊόν γίνεται υπερβολικά ακριβό – Η περίπτωση της Αυστραλίας

Η ακαδημαϊκός δημόσιας υγείας με εξειδίκευση στη διακοπή του καπνίσματος, Marewa Glover, μετέφερε τη συζήτηση στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, παρουσιάζοντας δύο διαφορετικά ρυθμιστικά μοντέλα και δύο πολύ διαφορετικές εικόνες όσον αφορά την παράνομη αγορά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, στη Νέα Ζηλανδία το παράνομο εμπόριο εκτιμάται ότι αντιστοιχεί στο 33,5% της κατανάλωσης καπνού το 2025. Στην Αυστραλία, οι εκτιμήσεις που παρέθεσε είναι ακόμη υψηλότερες, με το παράνομο μερίδιο του καπνού να τοποθετείται στο 50%-60% και περίπου 96% των προϊόντων ατμίσματος να θεωρούνται παράνομα.

Η Glover συνέδεσε την ανάπτυξη της μαύρης αγοράς με τη μεγάλη διαφορά τιμής μεταξύ νόμιμων και παράνομων προϊόντων, συνοψίζοντας τη θέση της με μία ιδιαίτερα άμεση φράση:

«Αν κάνεις το νόμιμο προϊόν υπερβολικά ακριβό, οι άνθρωποι θα βρουν άλλον τρόπο να το αποκτήσουν».

Παράλληλα, παρουσίασε τη μεταβολή στη χρήση προϊόντων νικοτίνης στη Νέα Ζηλανδία: το καθημερινό κάπνισμα μειώθηκε από 16,4% το 2011/12 σε 6,8% το 2024/25, ενώ το καθημερινό άτμισμα αυξήθηκε στο 11,7%.

Η σύγκριση των δύο χωρών δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι διαφορετικές ρυθμιστικές πολιτικές προκάλεσαν αυτές τις εξελίξεις. Αναδεικνύει, όμως, ένα ζήτημα που οι φορείς χάραξης πολιτικής καλούνται να συνυπολογίσουν: τις πιθανές παράπλευρες συνέπειες των περιορισμών και της φορολογίας στην παράνομη αγορά.

Ίδιο ευρωπαϊκό πλαίσιο, πολύ διαφορετικά αποτελέσματα

Ο Federico N. Fernández εστίασε στην ανάγκη η ευρωπαϊκή πολιτική να στηρίζεται περισσότερο στα επιστημονικά δεδομένα και στην αξιολόγηση των πραγματικών αποτελεσμάτων των ρυθμίσεων.

Το βασικό ερώτημα που έθεσε ήταν ουσιαστικά: πώς είναι δυνατόν χώρες που υπάγονται στο ίδιο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο να εμφανίζουν τόσο διαφορετικά ποσοστά καπνίσματος;

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, το ποσοστό καπνίσματος βρίσκεται περίπου στο 24% στην ΕΕ και στο 27% στην Ισπανία, έναντι μόλις 3,7% στη Σουηδία.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην Ελλάδα, όπου, σύμφωνα με τα δεδομένα της παρουσίασής του, το κάπνισμα μειώθηκε από περίπου 42% το 2020 σε 36% το 2023. Παρόμοια τάση παρουσίασε και για την Τσεχία, όπου το ποσοστό εμφανίζεται να υποχωρεί από 30% σε 23% μέσα σε τρία χρόνια.

Η θέση του αποτυπώθηκε στη φράση «ίδιος νόμος, διαφορετικά αποτελέσματα», με τον Fernández να υποστηρίζει ότι η αναθεώρηση της ευρωπαϊκής Tobacco Products Directive πρέπει να λαμβάνει περισσότερο υπόψη τη συγκριτική αξιολόγηση του κινδύνου, τη μείωση της βλάβης και τα πραγματικά αποτελέσματα των πολιτικών.

Τα συγκεκριμένα δεδομένα δεν τεκμηριώνουν από μόνα τους ότι οι αλλαγές στην αντιμετώπιση των εναλλακτικών προϊόντων προκάλεσαν την πτώση του καπνίσματος. Αναδεικνύουν, ωστόσο, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, την ανάγκη να διερευνηθεί γιατί οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν τόσο μεγάλες.

Η απαγόρευση δεν είναι λύση

Από τις πιο αιχμηρές παρεμβάσεις του panel ήταν εκείνη του Mark Tyndall, καθηγητή Ιατρικής στο University of British Columbia.

Ο Tyndall υποστήριξε ότι η δημόσια υγεία κινδυνεύει να χάσει τον βασικό στόχο της —τη μείωση της κατανάλωσης των συμβατικών τσιγάρων— όταν η πολιτική μετατοπίζεται προς την απαγόρευση, την υπερφορολόγηση και την ποινικοποίηση.

«Το να μετατρέπουμε τα τσιγάρα και τα προϊόντα νικοτίνης σε έναν “πόλεμο κατά των ναρκωτικών” είναι απόλυτη τρέλα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Χρησιμοποίησε την Αυστραλία ως παράδειγμα των συνεπειών που, κατά την άποψή του, μπορούν να έχουν οι απαγορεύσεις, η υψηλή φορολογία και οι αυστηροί περιορισμοί, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούν ανεκπλήρωτη ζήτηση, την οποία τελικά καλύπτει η παράνομη αγορά.

Για τον Tyndall, η απάντηση δεν βρίσκεται στην περαιτέρω ποινικοποίηση, αλλά σε μια ρύθμιση που θα δίνει στους ενήλικους καπνιστές πρόσβαση σε προϊόντα νικοτίνης χαμηλότερου κινδύνου και θα διαφοροποιεί τη φορολογία ανάλογα με τον κίνδυνο.

«Το ψήφισμα της Επιτροπής SANT του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προωθεί την εξίσωση των προϊόντων καπνού και νικοτίνης χωρίς να συνάδει με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα»

Στο πλαίσιο της συζήτησης για τη σημασία της διαμόρφωσης ρυθμιστικών πολιτικών που βασίζονται σε επιστημονικά τεκμήρια για την προστασία της δημόσιας υγείας, το πάνελ και ο πρόεδρός του, κ. Κωνσταντίνος Φαρσαλινός, αναφέρθηκαν στο πρόσφατο ψήφισμα της Επιτροπής Δημόσιας Υγείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (SANT) σχετικά με το European Beating Cancer Plan.

Σύμφωνα με τον κ. Φαρσαλινό, οι προτάσεις για εξίσωση όλων των προϊόντων καπνού και νικοτίνης, ανεξαρτήτως του διαφοροποιημένου προφίλ κινδύνου τους, καθώς και για απαγόρευση των γεύσεων στα εναλλακτικά προϊόντα νικοτίνης, δεν συνάδουν με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Όπως υπογράμμισε, η χάραξη αποτελεσματικών πολιτικών δημόσιας υγείας προϋποθέτει την αξιολόγηση των προϊόντων με βάση τα πραγματικά στοιχεία και τον σχετικό βαθμό κινδύνου που αυτά παρουσιάζουν. Ερωτηθείς να σχολιάσει τις εξελίξεις αυτές, ο καθηγητής Tyndall ανέφερε:

«Πώς είναι δυνατόν να θεωρούν ότι η απαγόρευση ασφαλέστερων προϊόντων αποτελεί τρόπο πρόληψης του καρκίνου; Απλώς δεν βγάζει κανένα νόημα».

Η θέση που παρουσίασε ήταν ότι η πολιτική δημόσιας υγείας πρέπει να επικεντρωθεί πρωτίστως στους ανθρώπους που εξακολουθούν να καπνίζουν και στη μείωση της βλάβης που υφίστανται.

Το μεγάλο ερώτημα για την Ευρώπη

Από τις διαφορετικές παρεμβάσεις στο 9th Summit on Tobacco Harm Reduction προέκυψε ένα κοινό πεδίο προβληματισμού: η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής δεν μπορεί να μετριέται μόνο από το πόσο αυστηρή είναι ή από το πόσο μειώνονται οι νόμιμες πωλήσεις ενός προϊόντος.

Η πρόληψη της έναρξης του καπνίσματος, η προστασία των ανηλίκων και η πλήρης διακοπή παραμένουν βασικοί στόχοι της δημόσιας υγείας. Για τους ανθρώπους, όμως, που εξακολουθούν να καπνίζουν, η συζήτηση μεταφέρεται στο κατά πόσο μια πολιτική μείωσης της βλάβης μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά.

Και εδώ τα θερμαινόμενα προϊόντα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δείχνουν ότι η κατανάλωσή τους αυξάνεται στην Ευρώπη, ενώ το παράνομο μερίδιό τους στις αγορές που εξετάστηκαν παραμένει πολύ χαμηλότερο από εκείνο των συμβατικών τσιγάρων. Ταυτόχρονα, αρκετοί από τους ομιλητές υποστήριξαν ότι η φορολογία και η ρύθμισή τους πρέπει να αντανακλούν τις διαφορές κινδύνου μεταξύ των προϊόντων.

Για την Ελλάδα, η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα σημαντική. Μέσα σε δύο χρόνια, το μερίδιο των παράνομων τσιγάρων υποχώρησε από περίπου 24% σε 14%, ενώ περιορίστηκαν αισθητά και οι απώλειες φορολογικών εσόδων.

Το ερώτημα που τίθεται τώρα, ενόψει των ευρωπαϊκών αλλαγών στη φορολογία, είναι πώς θα διατηρηθεί αυτή η θετική πορεία χωρίς νέες στρεβλώσεις.

Γιατί, όπως ανέδειξαν με διαφορετικό τρόπο οι ομιλητές του Summit, το πραγματικό κριτήριο μιας πολιτικής δημόσιας υγείας δεν είναι μόνο η πρόθεσή της. Είναι τι συμβαίνει τελικά στην πραγματική ζωή: πόσοι άνθρωποι σταματούν να καπνίζουν, πόσοι μετακινούνται σε άλλες επιλογές, πόσοι στρέφονται στην παράνομη αγορά και, τελικά, πόσο μειώνεται η συνολική βλάβη για την υγεία.

Όλο Υγεία

Exit mobile version