Νέες συστάσεις για τα εμβόλια του πνευμονιόκοκκου, της γρίπης, της COVID-19 και του έρπητα ζωστήρα. Παρατείνεται η αποζημίωση του HPV.
Επικαιροποιήθηκε το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων για το 2026, με νέες συστάσεις ανά ηλικία και ομάδα κινδύνου και με ενσωμάτωση των νεότερων επιστημονικών δεδομένων.
Στις βασικές αλλαγές περιλαμβάνεται η ένταξη του 21δύναμου συζευγμένου πνευμονιοκοκκικού εμβολίου (PCV21) ως εναλλακτικής επιλογής του PCV20, ενώ διευρύνονται και οι κατηγορίες των ενηλίκων που εντάσσονται στις συστάσεις εμβολιασμού.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους ηλικιωμένους και στις ευάλωτες ομάδες, μεταξύ άλλων στους ενήλικες που διαμένουν μόνιμα σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων. Παράλληλα, παρατείνεται έως το τέλος του 2027 η αποζημίωση του εμβολίου κατά του HPV για κορίτσια και αγόρια ηλικίας 15 έως 18 ετών.
Ποια εμβόλια συστήνονται ανά ηλικία
Το πρόγραμμα διαχωρίζει τους ενήλικες σε πέντε ηλικιακές ομάδες,
- 18 έως 26 ετών,
- 27 έως 59,
- 60 έως 64,
- 65 έως 75
- και άνω των 75 ετών.
Οι συστάσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία. Για παράδειγμα, ο εμβολιασμός κατά του πνευμονιόκοκκου συστήνεται σε όλους τους ενήλικες από τα 65 έτη, ενώ ο εμβολιασμός κατά του έρπητα ζωστήρα προβλέπεται από τα 60 έτη, με προτεραιότητα στους άνω των 70 ετών.
Για ορισμένες λοιμώξεις, πάντως, ο εμβολιασμός μπορεί να συστήνεται και σε μικρότερες ηλικίες, εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένα προβλήματα υγείας ή άλλοι παράγοντες κινδύνου.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ξεχωριστές οδηγίες για εγκύους και λεχωίδες, άτομα με ανοσοκαταστολή, λοίμωξη HIV, χρόνια καρδιολογικά ή αναπνευστικά νοσήματα, νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτη και άλλες παθήσεις.
Αντιγριπικός εμβολιασμός: Ποια περίοδος συστήνεται
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον έγκαιρο εμβολιασμό κατά της εποχικής γρίπης. Σύμφωνα με την εγκύκλιο, η καταλληλότερη περίοδος είναι από τα μέσα Οκτωβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου, πριν από την έξαρση των κρουσμάτων.
Ωστόσο, εάν ο εμβολιασμός δεν πραγματοποιηθεί μέσα στο συγκεκριμένο διάστημα, μπορεί να γίνει και αργότερα, καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχικής γρίπης, για όσους ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου.
Στα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω προτιμώνται τα ενισχυμένα αντιγριπικά εμβόλια έναντι των συμβατικών. Εφόσον δεν είναι διαθέσιμα, ο εμβολιασμός δεν πρέπει να καθυστερεί και μπορεί να πραγματοποιηθεί με άλλο κατάλληλο αντιγριπικό εμβόλιο.
COVID-19 και RSV
Για την COVID-19 συστήνεται μία δόση του επικαιροποιημένου εμβολίου στους ενήλικες ηλικίας 60 ετών και άνω, καθώς και σε νεότερους με συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου.
Για τα άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω προβλέπεται επιπλέον δόση, με μεσοδιάστημα έξι μηνών από τον προηγούμενο εμβολιασμό. Αντίστοιχη πρόσθετη προστασία προβλέπεται για ορισμένα άτομα με μέτρια ή σοβαρή ανοσοκαταστολή.
Όσον αφορά τον RSV, συστήνεται μία εφάπαξ δόση σε όλους τους ενήλικες ηλικίας 75 ετών και άνω, αλλά και σε άτομα από τα 60 έτη που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα χρόνια προβλήματα υγείας.
Πνευμονιόκοκκος και έρπης ζωστήρας
Στο νέο πρόγραμμα περιλαμβάνονται το 20δύναμο και το 21δύναμο συζευγμένο εμβόλιο έναντι του πνευμονιόκοκκου, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις, όπως πνευμονία, μηνιγγίτιδα και λοίμωξη του αίματος.
Ο εμβολιασμός συστήνεται σε όλους τους ενήλικες ηλικίας 65 ετών και άνω, καθώς και σε άτομα ηλικίας 18 έως 64 ετών με συγκεκριμένα υποκείμενα νοσήματα ή παράγοντες κινδύνου.
Για τον έρπητα ζωστήρα, το πρόγραμμα προβλέπει δύο δόσεις του ανασυνδυασμένου εμβολίου σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, με προτεραιότητα στους άνω των 70 ετών, αλλά και σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες από την ηλικία των 18 ετών.
HPV: Τι προβλέπεται
Σύμφωνα με το πρόγραμμα, το εμβόλιο κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) αποζημιώνεται πλήρως για αγόρια και κορίτσια ηλικίας 15 έως 18 ετών μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2027.
Για ανεμβολίαστους άνδρες και γυναίκες ηλικίας 19 έως 45 ετών, προβλέπονται ειδικές συστάσεις όταν ανήκουν σε συγκεκριμένες ομάδες αυξημένου κινδύνου.
Τι ισχύει για τον τέτανο μετά από τραυματισμό
Στην εγκύκλιο περιλαμβάνονται ειδικές οδηγίες για την πρόληψη του τετάνου μετά από τραυματισμό, καθώς η ανάγκη εμβολιασμού εξαρτάται τόσο από το είδος του τραύματος όσο και από το εμβολιαστικό ιστορικό του ατόμου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε τραύματα που έχουν μολυνθεί με χώμα, κόπρανα ή σάλιο, καθώς και σε βαθιά τραύματα, εγκαύματα και δαγκώματα ζώων.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα, άτομα με άγνωστο ή ελλιπές ιστορικό εμβολιασμού, δηλαδή με λιγότερες από τρεις δόσεις, χρειάζονται εμβολιασμό μετά τον τραυματισμό. Στην περίπτωση ρυπαρών ή άλλων τραυμάτων αυξημένου κινδύνου προβλέπεται επιπλέον χορήγηση αντιτετανικής ανοσοσφαιρίνης, η οποία προσφέρει άμεση, προσωρινή προστασία.
Για όσους έχουν ολοκληρώσει τον βασικό εμβολιασμό, λαμβάνεται υπόψη και το χρονικό διάστημα από την τελευταία δόση: δέκα χρόνια για τα μικρά, καθαρά τραύματα και πέντε χρόνια για τα υπόλοιπα τραύματα, σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες.
Προστασία από τον μηνιγγιτιδόκοκκο
Το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών περιλαμβάνει ειδικές συστάσεις για την προστασία από τον μηνιγγιτιδόκοκκο, ένα βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις, όπως μηνιγγίτιδα και σηψαιμία.
Ο εμβολιασμός με το συζευγμένο εμβόλιο έναντι των οροομάδων A, C, W και Y (MenACWY) συστήνεται σε συγκεκριμένες ομάδες αυξημένου κινδύνου, μεταξύ των οποίων:
- Ταξιδιώτες προς περιοχές όπου η μηνιγγίτιδα εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα, όπως η λεγόμενη «ζώνη μηνιγγίτιδας» στην υποσαχάρια Αφρική, αλλά και προσκυνητές που ταξιδεύουν στη Μέκκα για το Hajj ή το Umrah.
- Στρατιωτικοί και νεοσύλλεκτοι, καθώς και πρωτοετείς σπουδαστές στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών που δεν έχουν εμβολιαστεί.
- Εργαζόμενοι σε μικροβιολογικά εργαστήρια που ενδέχεται να εκτεθούν στο βακτήριο.
- Άτομα που κινδυνεύουν κατά τη διάρκεια επιδημικών εξάρσεων, σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων υγειονομικών αρχών.
Ιδιαίτερη προστασία χρειάζονται επίσης άτομα με λοίμωξη HIV, απουσία ή δυσλειτουργία του σπλήνα, ορισμένες διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος και ασθενείς που λαμβάνουν συγκεκριμένες θεραπείες που επηρεάζουν την άμυνα του οργανισμού.
Για τις τελευταίες αυτές ομάδες προβλέπονται δύο δόσεις με διαφορά οκτώ εβδομάδων και αναμνηστική δόση μετά από πέντε χρόνια, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος.