Οι ειδικοί τονίζουν την ανάγκη να περάσει ο εμβολιασμός από την ενημέρωση και τις συστάσεις στη συστηματική εφαρμογή.
Οι επιστημονικές συστάσεις υπάρχουν, όμως η εμβολιαστική προστασία των ευπαθών ομάδων εξακολουθεί να παρουσιάζει κενά. Για ανθρώπους με χρόνια νοσήματα, ανοσοκαταστολή, εγκυμοσύνη ή αυξημένη επαγγελματική έκθεση, η έγκαιρη αναγνώριση των αναγκών τους και η ολοκλήρωση των προβλεπόμενων εμβολιασμών αποτελούν κρίσιμα ζητήματα πρόληψης.
Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο του επιστημονικού διαδικτυακού σεμιναρίου με τίτλο «Από τα δεδομένα στην πράξη: Εμβολιαστική κάλυψη ευπαθών ομάδων υψηλού κινδύνου», που διοργάνωσε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Επισκεπτών Υγείας (ΠΣΕΥ).
Γρίπη και COVID μαζί και φέτος: Ποιοι κινδυνεύουν-Πότε ξεκινά ο εμβολιασμός
Τα χρόνια νοσήματα αλλάζουν τις εμβολιαστικές ανάγκες
Ο Εμμανουήλ Σμυρνάκης, καθηγητής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας – Ιατρικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπογράμμισε ότι η ηλικία δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό των εμβολιαστικών αναγκών.
Τα χρόνια νοσήματα, η ανοσοκαταστολή, η εγκυμοσύνη και η επαγγελματική έκθεση απαιτούν εξατομικευμένη αξιολόγηση. Όπως ανέδειξε, καθοριστική είναι η προσέγγιση των πολιτών, με τους επαγγελματίες υγείας να αξιοποιούν τη σχέση εμπιστοσύνης που έχουν αναπτύξει μαζί τους.
Διά βίου εμβολιασμός: Η προστασία από τα λοιμώδη νοσήματα αφορά κάθε ηλικία
Τα εμβολιαστικά κενά σε παιδιά και εφήβους
Στις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών και των εφήβων υψηλού κινδύνου αναφέρθηκε η Βάνα Παπαευαγγέλου, καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας του ΕΚΠΑ, στη Γ΄ Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «Αττικόν».
Όπως εξήγησε, το υποκείμενο νόσημα και η θεραπεία που ακολουθεί ένα παιδί μπορεί να απαιτούν προσαρμογές στο εμβολιαστικό πρόγραμμα. Για τον λόγο αυτό, ο έλεγχος του ιστορικού και η αναπλήρωση δόσεων που έχουν παραλειφθεί είναι ιδιαίτερα σημαντικά.
Καθώς τα παιδιά αυτά παρακολουθούνται συχνά από εξειδικευμένους γιατρούς, απαιτείται στενή συνεργασία με τον παιδίατρο, ώστε η εμβολιαστική πρόληψη να αποτελεί σταθερό μέρος της συνολικής φροντίδας τους.
Από τον έλεγχο του ιστορικού στην ολοκλήρωση του εμβολιασμού
Το πώς μπορούν να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν τα εμβολιαστικά κενά στην καθημερινή πρακτική ανέλυσε η Χαραλαμπία Τσαγρή, επισκέπτρια υγείας, MPH, PhD, της 1ης ΤΟΜΥ Πατρών – Τριών Ναυάρχων.
Όπως επισήμανε, ο συνδυασμός του εμβολιαστικού ιστορικού, των διαθέσιμων ηλεκτρονικών μητρώων και των πληροφοριών από τη μονάδα υγείας μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό όσων χρειάζονται πρόσθετη προστασία.
Η προσωπική σύσταση, οι υπενθυμίσεις και η διευκόλυνση της πρόσβασης αποτελούν εργαλεία για την ολοκλήρωση του εμβολιασμού. Ωστόσο, δεν αρκεί να πραγματοποιούνται παρεμβάσεις ενημέρωσης. Χρειάζεται να παρακολουθείται και το αποτέλεσμά τους, ώστε να διαπιστώνεται ποιοι εμβολιάστηκαν και ποιοι εξακολουθούν να έχουν εκκρεμότητες.
Ο ρόλος των ασθενών και των επαγγελματιών υγείας
Η Μέμη Τσεκούρα, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας, υπογράμμισε τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ των επαγγελματιών υγείας και της ενεργού συμμετοχής των ίδιων των ασθενών.
Η κατανόηση των αναγκών τους και η αντιμετώπιση των εμποδίων που δυσκολεύουν την πρόσβαση στην πρόληψη αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη βελτίωση της εμβολιαστικής κάλυψης.
Κάθε επαφή με την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας είναι ευκαιρία πρόληψης
Η βελτίωση της εμβολιαστικής κάλυψης δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα των εμβολίων ή την ύπαρξη επιστημονικών οδηγιών. Απαιτεί συστηματικό έλεγχο της εμβολιαστικής κατάστασης, αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων, εξατομικευμένη ενημέρωση και συνεργασία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας.
Ο ΠΣΕΥ υπογραμμίζει ότι κάθε επαφή με την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία ελέγχου του εμβολιαστικού ιστορικού και εντοπισμού εκκρεμοτήτων.
Σε αυτή την προσπάθεια, οι Επισκέπτες Υγείας μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά μέσω της ενημέρωσης, της συμβουλευτικής και της συστηματικής παρακολούθησης των εμβολιασμών στην κοινότητα.
Το ζητούμενο είναι να περιοριστούν οι χαμένες ευκαιρίες πρόληψης, ώστε οι άνθρωποι που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο να μην παραμένουν χωρίς την προστασία που προβλέπεται για αυτούς.
