Σε ιστορικά χαμηλά η γονιμότητα στην ΕΕ, σύμφωνα με την Eurostat. Η Ελλάδα υποχωρεί σταθερά από το 2021, με μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των περιφερειών της.
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη συνεχιζόμενη μείωση της γονιμότητας, καθώς το 2024 καταγράφηκαν μόλις 1,24 γεννήσεις ζώντων παιδιών ανά γυναίκα, έναντι 1,43 το 2021. Την ίδια ώρα, οι διαφορές στο εσωτερικό της χώρας είναι εντυπωσιακές: από τις 0,92 γεννήσεις ανά γυναίκα στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών, έως τις 1,95 στις Κυκλάδες.
Η εικόνα αυτή εντάσσεται στη γενικευμένη υποχώρηση των γεννήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο δείκτης γονιμότητας έπεσε το 2024 στο χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη καταγραφής, το 2001.
Υπογεννητικότητα: Γιατί οι άνθρωποι κάνουν όλο και λιγότερα παιδιά
Τα στοιχεία προκύπτουν από τη νέα έκθεση της Eurostat, που δημοσιεύθηκε στις 27 Οκτωβρίου και εξετάζει τις διαφορές στη γονιμότητα σε 1.165 περιφέρειες της ΕΕ.
Η Ελλάδα υποχωρεί σταθερά από το 2021
Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 20ή θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ ως προς το συνολικό ποσοστό γονιμότητας.
Η πορεία των τελευταίων ετών αποτυπώνει τη συνεχή υποχώρηση του δείκτη. Από 1,43 γεννήσεις ανά γυναίκα το 2021, μειώθηκε σε 1,32 το 2022 και 1,26 το 2023, για να διαμορφωθεί σε 1,24 το 2024.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη δημογραφική πρόκληση που αντιμετωπίζει η χώρα, καθώς ο αριθμός των γεννήσεων παραμένει σημαντικά χαμηλότερος από το επίπεδο που απαιτείται για τη φυσική αναπλήρωση του πληθυσμού.
Από τις 0,92 γεννήσεις στην Αθήνα έως τις 1,95 στις Κυκλάδες
Πίσω από τον εθνικό μέσο όρο, οι περιφερειακές διαφορές είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών καταγράφει τη χαμηλότερη αναλογία στη χώρα, με μόλις 0,92 γεννήσεις ανά γυναίκα, δηλαδή λιγότερο από μία γέννηση κατά μέσο όρο. Στην Αττική, συνολικά, ο δείκτης διαμορφώνεται σε 1,13 γεννήσεις ανά γυναίκα.
Στον αντίποδα, οι Κυκλάδες εμφανίζουν την υψηλότερη αναλογία, με 1,95 γεννήσεις ανά γυναίκα, ενώ ακολουθεί η Ζάκυνθος με 1,71.
Οι αποκλίσεις αυτές δείχνουν ότι η υποχώρηση της γονιμότητας δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλη τη χώρα. Ορισμένες περιοχές βρίσκονται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, ενώ άλλες εμφανίζουν σαφώς υψηλότερες τιμές.
Η Ευρώπη στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2001
Η δημογραφική εικόνα της Ελλάδας ακολουθεί την ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση. Το 2024, το συνολικό ποσοστό γονιμότητας στην ΕΕ διαμορφώθηκε σε 1,34 γεννήσεις ζώντων παιδιών ανά γυναίκα, το χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη των καταγραφών το 2001.
Κατά την τελευταία εικοσαετία, ο δείκτης παρέμεινε σταθερά κάτω από το 2,10, το επίπεδο που χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για τη φυσική αναπλήρωση του πληθυσμού, κυμαινόμενος μεταξύ 1,34 και 1,57 γεννήσεων ανά γυναίκα.
Η έκθεση της Eurostat αποτυπώνει, παράλληλα, σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών. Από τις 1.165 περιφέρειες με διαθέσιμα στοιχεία, οι 439, ποσοστό 37,7%, κατέγραψαν δείκτη χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ οι 714, ποσοστό 61,3%, βρέθηκαν πάνω από αυτόν. Σε 12 περιφέρειες ο δείκτης ήταν ίσος με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πού καταγράφονται οι χαμηλότεροι δείκτες στην ΕΕ
Οι υψηλότερες τιμές, τουλάχιστον 1,75 γεννήσεις ανά γυναίκα, εντοπίστηκαν σε 14 περιφέρειες της Βουλγαρίας και της Γαλλίας, έξι της Γερμανίας, τρεις της Σλοβενίας, καθώς και σε περιφέρειες της Ουγγαρίας, της Ολλανδίας, της Ρουμανίας, της Ιρλανδίας, της Ελλάδας, της Κροατίας και της Σλοβακίας.
Στον αντίποδα, ιδιαίτερα χαμηλοί δείκτες καταγράφηκαν στην Ισπανία, κυρίως στις βορειοδυτικές και σε ορισμένες νησιωτικές περιοχές, καθώς και σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας, με χαρακτηριστική περίπτωση τη Σαρδηνία.
Ειδικότερα, δείκτης κάτω από μία γέννηση ανά γυναίκα καταγράφηκε σε 16 ισπανικές περιφέρειες, επτά πολωνικές, πέντε ιταλικές και τρεις ελληνικές, καθώς και σε δύο περιφέρειες της Γερμανίας και δύο της Λιθουανίας.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν την έκταση του δημογραφικού προβλήματος στην Ευρώπη, αλλά και τις σημαντικές διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή. Για την Ελλάδα, η σταθερή πτώση του εθνικού δείκτη και οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των περιφερειών συνθέτουν μια εικόνα που καθιστά το δημογραφικό ζήτημα μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις των επόμενων ετών.