Η ΕΙΝΑΠ καταγγέλλει υποστελέχωση, μεταφορά θέσεων και πολιτικές που δεν καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες του συστήματος υγείας.
Την έντονη διαφωνία της με τις ρυθμίσεις του άρθρου 57 του υπό ψήφιση νομοσχεδίου του Υπουργείου Υγείας εκφράζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΙΝΑΠ, επισημαίνοντας ότι η δυνατότητα προσαύξησης των ειδικευόμενων ιατρών μέσω μεταφοράς ή κατάργησης θέσεων από άλλες ειδικότητες δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του συστήματος.
Όπως τονίζει, «η πρόβλεψη ότι ο αριθμός των ειδικευόμενων θα καθορίζεται με βάση τις «δυνατότητες» των υγειονομικών δομών αποτυπώνει μια πολιτική που κινείται πολύ κάτω από τις πραγματικές ανάγκες αφού οι «δυνατότητες» αυτές είναι περιορισμένες, ως αποτέλεσμα της υποστελέχωσης και της πολιτικής συρρίκνωσης του δημόσιου συστήματος υγείας, που έχει οδηγήσει – μεταξύ άλλων – στην απώλεια χιλιάδων θέσεων ειδικότητας τα προηγούμενα χρόνια».
Επίσης, η ΕΙΝΑΠ θεωρεί «απαράδεκτη την προβλεπόμενη διάκριση για περισσότερους ειδικευόμενους σε κάποιες κλινικές από ότι σε άλλες. Η διάκριση αυτή αποτελεί συνέχεια προηγούμενων πρόσφατων ρυθμίσεων που κινούνται στην κατεύθυνση να αναγνωρίζονται στο εξής ως «εκπαιδευτικά κέντρα εκπαίδευσης ειδικευόμενων» σχεδόν αποκλειστικά τα πανεπιστημιακά τμήματα και όχι τα περισσότερα τμήματα του ΕΣΥ».
Η θέση της ΕΙΝΑΠ
Σύμφωνα με την ΕΙΝΑΠ «κριτήριο για τον καθορισμό του αριθμού των ειδικευόμενων – συνολικά και ανά ειδικότητα – πρέπει να είναι η πλήρης κάλυψη των αναγκών υγείας του πληθυσμού σε όλη τη χώρα. Δηλαδή η κάλυψη των αναγκών σε ειδικευμένους γιατρούς για το αμέσως προσεχές μέλλον αλλά και για πιο μακροπρόθεσμα.
Σήμερα ο προβλεπόμενος αριθμός ειδικευόμενων είναι μικρός και δεν ανταποκρίνεται στις υγειονομικές ανάγκες για ειδικευμένους γιατρούς. Επίσης, ο προβλεπόμενος αριθμός ειδικευμένων γιατρών του ΕΣΥ είναι εξίσου μικρός».
Η αύξηση των ειδικευόμενων γιατρών – ειδικά σε κρίσιμες ειδικότητες όπως η Ειδική Παθολογία – είναι επιτακτική ανάγκη. Δεν μπορεί, όμως, να γίνεται με μετακινήσεις ή καταργήσεις θέσεων από άλλες ειδικότητες, ανακυκλώνοντας το ίδιο πρόβλημα, καταλήγει η ΕΙΝΑΠ.