Η σχολική επίδοση μπορεί να αποκαλύπτει πολύ περισσότερα από τις ακαδημαϊκές δυνατότητες ενός παιδιού. Σύμφωνα με νέα μελέτη του King’s College London, οι μαθητές που παρουσιάζουν πτώση στις επιδόσεις τους σε σχέση με τους συνομηλίκους τους έχουν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να βρεθούν αργότερα αντιμέτωποι με το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης.
ΠΟΕΔΗΝ: Σε έξαρση η παραβατικότητα ανηλίκων- Δύο παιδιά νοσηλεύονται στο «Αγία Σοφία»
Η επιδείνωση των επιδόσεων ως προειδοποιητικό σημάδι
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Developmental and Life-Course Criminology και θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες που έχουν πραγματοποιηθεί στο συγκεκριμένο πεδίο. Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από 4,3 εκατομμύρια μαθητές στην Αγγλία, οι οποίοι γεννήθηκαν από το 1990 έως το 1997.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αλλαγή της σχολικής πορείας μέσα στα χρόνια μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη ότι ένας μαθητής χρειάζεται επιπλέον υποστήριξη.
Ειδικότερα, όσοι είδαν τις επιδόσεις τους να υποχωρούν συγκριτικά με τους συνομηλίκους τους από τη 2η έως τη 11η τάξη εμφάνιζαν αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής εμπλοκής με το ποινικό σύστημα.
Η Dr Alice Wickersham, Research Fellow στο King’s College London και στο ADR UK (Administrative Data Research UK), δήλωσε:
«Αυτό που βρήκαμε είναι “σήματα” στα σχολικά αρχεία που συλλέγονται συστηματικά και τα οποία μας βοηθούν να εντοπίζουμε πότε οι μαθητές μπορεί να χρειάζονται υποστήριξη. Αν αντιμετωπίζουμε τη σχολική επίδοση όχι μόνο ως μέτρο ακαδημαϊκής ικανότητας αλλά και ως ένδειξη των ευρύτερων συνθηκών που βιώνουν οι μαθητές, μπορούμε να εντοπίσουμε έγκαιρα περιόδους κατά τις οποίες δυσκολεύονται και να τους προσφέρουμε την κατάλληλη βοήθεια. Αυτό δεν αφορά μόνο το σχολείο – οι μαθητές μπορεί να αντιμετωπίζουν διάφορες δυσκολίες, όπως προβλήματα ψυχικής υγείας, ζητήματα στο οικογενειακό τους περιβάλλον ή στις φιλίες τους. Η πιο ενεργή υποστήριξή τους θα μπορούσε να έχει θετική επίδραση τόσο στη δική τους ζωή όσο και στην κοινωνία γενικότερα».
Τα αποτελέσματα της νέας μελέτης συμβαδίζουν με ευρύτερα επιστημονικά δεδομένα που συνδέουν τη χαμηλή ακαδημαϊκή επίδοση με αυξημένο κίνδυνο παραβατικής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση του 2024 που δημοσιεύθηκε στο Journal of Developmental and Life-Course Criminology κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χαμηλότερη σχολική επίδοση σχετίζεται στατιστικά σημαντικά με μεταγενέστερη παραβατικότητα των νέων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για παρεμβάσεις πρόληψης από μικρή ηλικία και για μια προσέγγιση που θέτει το παιδί στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής και κοινωνικής υποστήριξης.
Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα
Οι ερευνητές αξιοποίησαν στοιχεία από το National Pupil Database (NPD), το οποίο περιλαμβάνει δεδομένα για τη σχολική πορεία των μαθητών, καθώς και πληροφορίες από το Police National Computer (PNC) σχετικά με καταδίκες και προειδοποιήσεις.
Η αξιολόγηση των επιδόσεων βασίστηκε στις υποχρεωτικές εξετάσεις που πραγματοποιούνται στις ηλικίες των 7, 11 και 16 ετών. Με βάση τα αποτελέσματα, οι μαθητές κατατάχθηκαν σε πέντε διαφορετικές κατηγορίες ανάλογα με την εκπαιδευτική τους πορεία.
Τα ευρήματα που ξεχώρισαν
Η ανάλυση αποκάλυψε ότι ο κίνδυνος παραβατικότητας διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τη διαδρομή που ακολουθούν οι μαθητές μέσα στο σχολείο.
Τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα ήταν τα εξής:
- Περίπου το 8,8% των μαθητών έλαβαν πρώτη καταδίκη ή προειδοποίηση πριν ολοκληρώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
- Το 5% βρέθηκε για πρώτη φορά αντιμέτωπο με καταδίκη ή προειδοποίηση κατά τη νεαρή ενήλικη ζωή.
- Μεταξύ όσων παρουσίασαν πτώση στις επιδόσεις τους, ένας στους τρεις είχε πρώτη επαφή με το ποινικό σύστημα πριν το τέλος της σχολικής φοίτησης.
- Ένας στους δέκα από την ίδια ομάδα είχε πρώτη καταδίκη ή προειδοποίηση μετά την αποφοίτηση και έως την ηλικία των 21 ετών.
Το μυστικό για να σας ακούει το παιδί: Πειθαρχία χωρίς φωνές και τιμωρίες
Η σημασία της βελτίωσης των επιδόσεων
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ακόμη και οι μαθητές που ξεκινούν με χαμηλές επιδόσεις μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον μελλοντικό κίνδυνο παραβατικότητας εφόσον η σχολική τους εικόνα βελτιωθεί.
Στην περίπτωση των παιδιών που είχαν χαμηλές επιδόσεις στα πρώτα σχολικά χρόνια, οι πιθανότητες παραβατικότητας κατά τη νεαρή ενήλικη ζωή ήταν κατά 53% αυξημένες όταν η επίδοσή τους παρέμενε χαμηλή.
Αντίθετα, όταν η σχετική τους επίδοση βελτιωνόταν με την πάροδο του χρόνου, η αύξηση του κινδύνου περιοριζόταν μόλις στο 4%.
Η αξία της έγκαιρης παρέμβασης
Οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι η έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο πρόληψης.
Ο Stephen Scott, Professor of Child Health and Behaviour στο King’s College London και συν-συγγραφέας της έρευνας, τόνισε:
«Η έγκαιρη παρέμβαση μέσω ομάδων γονέων έως την ηλικία των 12 ετών έχει ισχυρές και μακροχρόνιες επιδράσεις στη μείωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς που προηγείται της εγκληματικότητας, ενώ παράλληλα ενισχύει τις ακαδημαϊκές επιδόσεις σε κοινωνικά μειονεκτούντες πληθυσμούς. Επιπλέον, με τα νέα στοιχεία που αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα των διαδικτυακών προγραμμάτων για γονείς, αυτά θα μπορούσαν να διαδοθούν ευρέως».
«Εφηβεία»: Η ταινία του Netflix και οι λόγοι που έχει αυξηθεί η βία στους εφήβους και στους νέους
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα σχολικά δεδομένα μπορούν να αξιοποιηθούν ως πολύτιμο εργαλείο για τον έγκαιρο εντοπισμό παιδιών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, προσφέροντας ευκαιρίες παρέμβασης πριν τα προβλήματα εξελιχθούν σε σοβαρότερα κοινωνικά ζητήματα.