Οι διαγνώσεις έχουν εκτοξευθεί τις τελευταίες δεκαετίες, όμως τα στοιχεία δείχνουν ότι η πραγματική εξήγηση είναι πολύ πιο σύνθετη από μια «επιδημία» αυτισμού.
ΠΟΥ κατά Τραμπ για τα εμβόλια: Οι νέες εμβολιαστικές οδηγίες δεν βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα
Η μεγάλη αύξηση στις διαγνώσεις
Οι διαγνώσεις αυτισμού αυξάνονται εντυπωσιακά σε πολλές χώρες, δημιουργώντας την εικόνα μιας πρωτοφανούς εξάπλωσης. Όμως 14 επιστημονικές εργασίες που δημοσιεύτηκαν από το 2011 έως το 2026 δείχνουν ότι άλλο πράγμα είναι η αύξηση των καταγεγραμμένων διαγνώσεων και άλλο μια πραγματική αύξηση της βιολογικής συχνότητας του αυτισμού.
Δεν υπάρχει βιολογικό τεστ που να μετρά την πραγματική επίπτωση του αυτισμού. Οι περισσότερες μελέτες καταγράφουν ανθρώπους που έχουν ήδη λάβει διάγνωση, ενώ διαφορετικά διαγνωστικά κριτήρια και μέθοδοι εντοπισμού μπορούν να παράγουν πολύ διαφορετικούς αριθμούς.
Στις ΗΠΑ, οι Yan και συνεργάτες, γράφοντας στο Journal of Autism and Developmental Disorders, κατέγραψαν αύξηση των διαγνώσεων σε παιδιά και εφήβους μεταξύ 2013 και 2022, με το ποσοστό να πλησιάζει το 4%. Η μελέτη, ωστόσο, βασίστηκε σε διαγνώσεις γιατρών που ανέφεραν οι γονείς και είχε ποσοστό ανταπόκρισης περίπου 50%.
Η παγκόσμια ανασκόπηση των Zeidan και συνεργατών στο Autism Research υπολόγισε διάμεσο επιπολασμό περίπου 1%, αλλά οι επιμέρους εκτιμήσεις κυμαίνονταν από 1,09 έως 436 περιστατικά ανά 10.000 ανθρώπους. Οι ερευνητές απέδωσαν αυτή την τεράστια διακύμανση κυρίως στις διαφορετικές μεθόδους και στα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά.
Αντίστοιχα, οι Talantseva και συνεργάτες στο Frontiers in Psychiatry διαπίστωσαν ότι η μέθοδος καταγραφής αλλάζει δραστικά την εικόνα: H ενεργή εξέταση ιατρικών αρχείων έδινε επιπολασμό 1,22%, έναντι μόλις 0,35% στις ασφαλιστικές βάσεις δεδομένων.
Στην Αγγλία και τη Βόρεια Ιρλανδία, οι Russell και συνεργάτες κατέγραψαν στο Journal of Child Psychology and Psychiatry αύξηση 787% στις καταγεγραμμένες νέες διαγνώσεις μεταξύ 1998 και 2018. Παράλληλα, η μέση ηλικία διάγνωσης αυξήθηκε από 9,6 σε 14,5 έτη.
Περισσότερες γυναίκες και ενήλικες διαγιγνώσκονται
Η αύξηση δεν αφορά μόνο παιδιά. Η έρευνα των Russell έδειξε ότι η μεγαλύτερη άνοδος καταγράφηκε σε ενήλικες και γυναίκες.
Οι Fyfe και συνεργάτες στο The BMJ εξέτασαν στοιχεία 2.756.779 παιδιών που γεννήθηκαν στη Σουηδία μεταξύ 1985 και 2020. Αν και τα αγόρια συνέχιζαν να διαγιγνώσκονται συχνότερα στις μικρές ηλικίες, μεταξύ 15 και 24 ετών, την περίοδο 2020-2022, οι νέες διαγνώσεις ήταν περισσότερες στις γυναίκες.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι πρόκειται εν μέρει για «catch-up»: γυναίκες που παλαιότερα δεν αναγνωρίζονταν πλέον διαγιγνώσκονται.
Ωστόσο, οι Ranjan και Breunig στο Journal of Health Economics βρήκαν έναν διαφορετικό παράγοντα στην Αυστραλία. Μελετώντας το National Disability Insurance Scheme, εκτίμησαν ότι η σύνδεση κρατικής χρηματοδότησης με τη διάγνωση συνδεόταν με αύξηση 32% στον αναφερόμενο επιπολασμό. Η επίδραση ήταν μάλιστα μεγαλύτερη στους άνδρες και δεν συνοδεύτηκε από μικρότερη ηλικία διάγνωσης.
Πρωτοποριακή εξέταση ούρων δείχνει ποια παιδιά κινδυνεύουν από αυτισμό – Πού γίνεται
Τα κριτήρια άλλαξαν – και μαζί τους οι αριθμοί
Οι Matson και Kozlowski στο Research in Autism Spectrum Disorders επισήμαναν τη διεύρυνση των διαγνωστικών κριτηρίων, ιδιαίτερα με την προσθήκη της Διαταραχής Asperger το 1994.
Παράλληλα εμφανίστηκε η «διαγνωστική υποκατάσταση»: παιδιά που παλαιότερα θα χαρακτηρίζονταν ως άτομα με νοητική αναπηρία άρχισαν να αξιολογούνται για αυτισμό. Οι King και Bearman απέδωσαν το 26,4% της αύξησης στην Καλιφόρνια στις αλλαγές των κριτηρίων, ενώ ο Coo διαπίστωσε ότι το ένα τρίτο των διαγνώσεων στη Βρετανική Κολομβία μεταξύ 1996-2004 προερχόταν από άλλη διαγνωστική κατηγορία.
Οι Ranjan και Breunig, πάντως, διαπίστωσαν ότι η υποκατάσταση δεν εξηγούσε τη σύγχρονη αύξηση στην Αυστραλία, καθώς οι διαγνώσεις νοητικής αναπηρίας αυξήθηκαν παράλληλα με εκείνες του αυτισμού.
Η μελέτη που έλεγξε όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εργασία των Kim και συνεργατών στο JAMA Pediatrics. Οι ερευνητές εξέτασαν 62.081 παιδιά σε πόλη της Νότιας Κορέας, χρησιμοποιώντας σταθερή μέθοδο σε 12 ομάδες γεννήσεων.
Ο επιπολασμός ήταν περίπου 2%-3%, σημαντικά υψηλότερος από άλλες εκτιμήσεις, επειδή εντοπίστηκαν πολλά παιδιά που δεν είχαν προηγουμένως διαγνωστεί.
Το σημαντικότερο εύρημα ήταν ότι, όταν η μέθοδος μέτρησης παρέμενε ίδια, το ποσοστό των παιδιών που πληρούσαν τα κριτήρια παρέμενε ουσιαστικά σταθερό. Αυτό που αυξανόταν ήταν το ποσοστό εκείνων που περνούσαν από την κατηγορία των αδιάγνωστων στους διαγνωσμένους.
Ο αυτισμός που διαγιγνώσκεται σήμερα έχει αλλάξει
Η Uta Frith στο Psychological Medicine αναφέρει σουηδικά δεδομένα σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό των διαγνωσμένων ατόμων με νοητική αναπηρία μειώθηκε από περισσότερο από 55% το 2001 σε λιγότερο από 7% το 2020.
Οι Lyall και συνεργάτες στο Annual Review of Public Health καταγράφουν παρόμοια μεταβολή: ιστορικά περίπου το 70% των περιπτώσεων αυτισμού συνοδευόταν από νοητική αναπηρία, ενώ μέχρι το 2012 το ποσοστό είχε πέσει περίπου στο 30%.
Η κορεατική μελέτη των Kim ενισχύει αυτή την εικόνα: νοητική αναπηρία είχε το 33% των παιδιών που είχαν ήδη διαγνωστεί μέσω των υπηρεσιών υγείας, αλλά μόλις το 6% εκείνων που εντοπίστηκαν μέσω πληθυσμιακού ελέγχου.
Υποδιάγνωση ή υπερδιάγνωση;
Η Frith υποστηρίζει ότι η κοινωνική αντίληψη του αυτισμού έχει μεταβληθεί, ενώ οι Croce και Fusaro στο Frontiers in Psychiatry επισημαίνουν δύο παράλληλους κινδύνους: πραγματική υποδιάγνωση γυναικών και μειονοτήτων, αλλά και πιθανή υπερδιάγνωση ενηλίκων με άλλες καταστάσεις.
Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι συμπτώματα μπορεί να επικαλύπτονται με ADHD, σύνθετη PTSD και οριακή διαταραχή προσωπικότητας και προτείνουν για την αξιολόγηση ενηλίκων:
- αναπτυξιακό ιστορικό από δύο ανεξάρτητες πηγές,
- παρατήρηση της συμπεριφοράς σε διαφορετικά περιβάλλοντα,
- νευροψυχολογική αξιολόγηση,
- λεπτομερή εξέταση αισθητηριακών χαρακτηριστικών,
- συστηματικό έλεγχο εναλλακτικών διαγνώσεων.
Αυτισμός: Αντικαταθλιπτικά και άλλα κοινά φάρμακα στην εγκυμοσύνη αυξάνουν τον κίνδυνο
Υπάρχει και πραγματική βιολογική αύξηση;
Τα στοιχεία δεν επιτρέπουν να αποκλειστεί πλήρως αυτό το ενδεχόμενο. Οι Wang και Wang στο All Life αναφέρουν εκτιμήσεις κληρονομικότητας 40%-90%, ενώ οι Love και συνεργάτες στο BMC Medicine την τοποθετούν περίπου στο 50% και εξετάζουν πιθανές αλληλεπιδράσεις γονιδίων και περιβάλλοντος.
Οι Lyall και συνεργάτες αναφέρουν ότι δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ εμβολίων και αυτισμού, βάσει στοιχείων που περιλαμβάνουν ανασκοπήσεις 67 μελετών.
Αντίθετα, η προχωρημένη ηλικία των γονέων αποτελεί επαναλαμβανόμενο παράγοντα κινδύνου, ενώ οι Love και συνεργάτες αναφέρουν συσχετίσεις με μητρική παχυσαρκία και διαβήτη κύησης. Εξετάζουν επίσης τη μητρική ανοσολογική ενεργοποίηση, τη φλεγμονή και τη μιτοχονδριακή δυσλειτουργία ως πιθανούς μηχανισμούς.
Για αντικαταθλιπτικά και ορισμένα άλλα φάρμακα, οι ίδιοι επισημαίνουν το πρόβλημα του «confounding by indication»: όταν λαμβάνεται υπόψη η υποκείμενη ψυχιατρική κατάσταση της μητέρας, η συσχέτιση με τον αυτισμό εξασθενεί.
Τέλος, η μετα-ανάλυση των Duque-Cartagena και συνεργατών στο BMC Public Health βρήκε συσχετίσεις με ορισμένους περιβαλλοντικούς ρύπους, όπως διοξείδιο του αζώτου και χαλκό. Οι ίδιοι οι ερευνητές, όμως, χαρακτήρισαν τη βεβαιότητα των στοιχείων χαμηλή ή πολύ χαμηλή.
Τι δείχνει τελικά η συνολική εικόνα
Οι 14 εργασίες δεν μπορούν να αποδείξουν πόσο, αν καθόλου, έχει αυξηθεί η πραγματική βιολογική επίπτωση του αυτισμού. Δείχνουν όμως ότι οι αριθμοί των διαγνώσεων επηρεάζονται έντονα από τον τρόπο αναζήτησης περιστατικών, τη διεύρυνση των κριτηρίων, τις αλλαγές στις υπηρεσίες υγείας, τα οικονομικά κίνητρα και τη διάγνωση πληθυσμών που παλαιότερα περνούσαν απαρατήρητοι.
Το ισχυρότερο ίσως στοιχείο προέρχεται από τη Νότια Κορέα: όταν η ίδια μέθοδος εφαρμόστηκε διαχρονικά, ο συνολικός επιπολασμός παρέμεινε σταθερός, ενώ αυξήθηκε η αναγνώριση ήδη υπαρχόντων περιστατικών.
Τα πρωτότοκα παιδιά είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν αυτισμό και αλλεργίες – Τι αποκαλύπτει μελέτη
Αυτό δεν αποκλείει μια μικρότερη πραγματική βιολογική μεταβολή. Παράγοντες όπως η ηλικία των γονέων, η μητρική παχυσαρκία, ο διαβήτης κύησης και η φλεγμονή αποτελούν πεδία ενεργού έρευνας. Με τα σημερινά δεδομένα, όμως, μεγάλο μέρος της θεαματικής αύξησης που βλέπουμε αφορά το ποιον διαγιγνώσκουμε, πώς τον εντοπίζουμε και πού τοποθετούμε τα διαγνωστικά όρια.
Πηγές:
- Journal of Autism and Developmental Disorders (διαγνώσεις αυτισμού σε παιδιά και εφήβους στις ΗΠΑ, 2013–2022)
- Autism Research (παγκόσμια συστηματική ανασκόπηση για τον επιπολασμό του αυτισμού)
- Frontiers in Psychiatry (επιπολασμός αυτισμού και επίδραση της μεθόδου καταγραφής)
- Journal of Child Psychology and Psychiatry (νέες διαγνώσεις αυτισμού σε Αγγλία και Βόρεια Ιρλανδία, 1998–2018)
- The BMJ (διαγνώσεις αυτισμού στη Σουηδία ανά ηλικία και φύλο)
- Journal of Health Economics (χρηματοδότηση αναπηρίας και αναφερόμενος επιπολασμός αυτισμού στην Αυστραλία)
- Research in Autism Spectrum Disorders (διεύρυνση διαγνωστικών κριτηρίων και διαγνωστική υποκατάσταση)
- JAMA Pediatrics (πληθυσμιακός έλεγχος 62.081 παιδιών στη Νότια Κορέα)
- Psychological Medicine (μεταβολές στην αντίληψη και τη διάγνωση του αυτισμού)
- Annual Review of Public Health (επιδημιολογία αυτισμού και μεταβολές στη νοητική αναπηρία)
- Frontiers in Psychiatry (υποδιάγνωση, υπερδιάγνωση και διαφορική διάγνωση ενηλίκων)
- BMC Medicine (γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες στον αυτισμό)
- BMC Public Health (περιβαλλοντικοί ρύποι και αυτισμός: συστηματική ανασκόπηση/μετα-ανάλυση)
- Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (εμβόλια και αυτισμός)