Η αύξηση των περιστατικών καρκίνου και η δραματική έλλειψη επαγγελματιών υγείας μπορεί να υπονομεύσουν τις επιστημονικές εξελίξεις.
Η εντυπωσιακή πρόοδος που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στην αντιμετώπιση του καρκίνου, με νέες στοχευμένες θεραπείες, ανοσοθεραπείες και εφαρμογές της ιατρικής ακριβείας, δημιουργεί αισιοδοξία για εκατομμύρια ασθενείς σε όλο τον κόσμο.
Ωστόσο, μια νέα έκθεση της Επιτροπής του Lancet Oncology προειδοποιεί ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση δεν αφορά τα φάρμακα ή την τεχνολογία, αλλά τους ανθρώπους που καλούνται να προσφέρουν τη φροντίδα.
Η έκθεση, που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO), κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για μια πρωτοφανή έλλειψη επαγγελματιών υγείας, η οποία απειλεί να υπονομεύσει τις κατακτήσεις της σύγχρονης ογκολογίας.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις των ερευνητών, μέχρι το 2050 το παγκόσμιο έλλειμμα εργαζομένων που σχετίζονται με τη φροντίδα των ογκολογικών ασθενών ενδέχεται να αγγίξει τα 100 εκατομμύρια άτομα.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους γιατρούς και τους νοσηλευτές
Οι ελλείψεις αναμένεται να επηρεάσουν ολόκληρη την αλυσίδα της ογκολογικής φροντίδας, από τους ακτινολόγους και τους παθολογοανατόμους έως τους τεχνολόγους εργαστηρίων, τους ερευνητές, το προσωπικό των κλινικών μελετών και τους ειδικούς που συμμετέχουν στην ανάπτυξη νέων θεραπειών.
Οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού δεν απειλεί μόνο την περίθαλψη των σημερινών ασθενών, αλλά και την ίδια την πρόοδο της έρευνας. Χωρίς επαρκές προσωπικό, η ανάπτυξη και η εφαρμογή νέων θεραπευτικών επιλογών καθίσταται δυσκολότερη, περιορίζοντας τα οφέλη των επιστημονικών ανακαλύψεων.
Ανησυχία για το νοσηλευτικό προσωπικό
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι προβλέψεις για το νοσηλευτικό προσωπικό. Σύμφωνα με την έκθεση, έως το 2050 θα λείπουν περισσότεροι από 65 εκατομμύρια νοσηλευτές παγκοσμίως, ενώ οι ανάγκες σε κρίσιμες διαγνωστικές ειδικότητες, όπως οι ακτινολόγοι και οι παθολογοανατόμοι, θα ξεπεράσουν τα 16 εκατομμύρια επαγγελματίες.
Οι ειδικότητες αυτές αποτελούν βασικό κρίκο στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου. Οι καθυστερήσεις στις διαγνωστικές εξετάσεις και στην επιβεβαίωση της νόσου μπορεί να έχουν άμεσο αντίκτυπο στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας και στις πιθανότητες επιβίωσης των ασθενών.
Οι ανάγκες αυξάνονται
Την ίδια ώρα, οι ανάγκες αναμένεται να αυξηθούν δραματικά. Σήμερα καταγράφονται περίπου 20 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου κάθε χρόνο παγκοσμίως.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ο αριθμός αυτός θα φτάσει τα 35,3 εκατομμύρια έως το 2050, κυρίως λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της εξάπλωσης παραγόντων κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία και οι ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες.
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση αναμένεται να καταγραφεί στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου θα συγκεντρωθεί η πλειονότητα των νέων περιστατικών. Παράλληλα, οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν ήδη σημαντικές ελλείψεις προσωπικού, οι οποίες επιδεινώνονται από τη μετανάστευση εξειδικευμένων επαγγελματιών υγείας προς πλουσιότερα κράτη, αναζητώντας καλύτερες αμοιβές και συνθήκες εργασίας.
Στις ανεπτυγμένες χώρες, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά εξίσου ανησυχητική. Η επαγγελματική εξουθένωση, η ψυχολογική πίεση, η αύξηση των περιστατικών κατάθλιψης μεταξύ των εργαζομένων στην υγεία και οι οικονομικοί περιορισμοί των συστημάτων περίθαλψης οδηγούν ολοένα και περισσότερους επαγγελματίες εκτός του χώρου.
Ο καθηγητής Μαρκ Λόουλερ από το Πανεπιστήμιο Queen’s του Μπέλφαστ χαρακτήρισε τα ευρήματα της έκθεσης «καμπανάκι αφύπνισης για ολόκληρο τον κόσμο», υπογραμμίζοντας ότι η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να περιμένει μέχρι το 2050 για να επιβεβαιώσει αν οι προβλέψεις θα επαληθευτούν.