Το ECDC προειδοποιεί ότι κρίσιμα αντιβιοτικά αχρηστεύονται, αυξάνοντας τον κίνδυνο ακόμη και για σοβαρές επιπλοκές από κοινές λοιμώξεις.
Ανησυχητική παραμένει η εικόνα της μικροβιακής αντοχής στην Ελλάδα, παρά τις παρεμβάσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με νέα κοινή έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) για την περίοδο 2023 – 2024,η αντοχή στα αντιβιοτικά εξακολουθεί να καταγράφεται σε υψηλά επίπεδα τόσο στον άνθρωπο όσο και στα ζώα παραγωγής τροφίμων και στα τρόφιμα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πολύ υψηλή αντοχή σε κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς στα στελέχη των βακτηρίων S. Enteritidis και S. Infantis. Η Ελλάδα καταγράφει ποσοστό αντοχής 48,7%, καταλαμβάνοντας μία από τις υψηλότερες θέσεις στην Ευρώπη. Υψηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Ρουμανία (54,5%) και η Τσεχία (43,2%), ενώ χαμηλότερα καταγράφονται στην Ιταλία (34,9%), την Πορτογαλία (28%) και την Ισπανία (17%).
Μικροβιακή Αντοχή: Η Ελλάδα στη δυσμενέστερη θέση στην Ευρώπη
Παρότι η συνολική τάση εμφανίζει ορισμένα σημάδια αποκλιμάκωσης, τα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η μικροβιακή αντοχή εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία, επηρεάζοντας την αποτελεσματικότητα κρίσιμων αντιβιοτικών και περιορίζοντας τις θεραπευτικές επιλογές.
Αντιβιοτικά χάνουν την αποτελεσματικότητά τους
Αναφέρεται ότι «η μικροβιακή αντοχή (AMR) σε κοινά τροφιμογενή βακτήρια όπως η Salmonella και το Campylobacter συνεχίζει να αποτελεί πρόβλημα δημόσιας υγείας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η αντοχή στη σιπροφλοξασίνη είναι πλέον τόσο διαδεδομένη που αυτό το αντιμικροβιακό δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αποτελεσματική επιλογή για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων από Campylobacter στον άνθρωπο. Η εμφάνιση αντοχής σε αντιβιοτικά τελευταίας γραμμής, όπως οι καρβαπενέμες, σε βακτήρια που προέρχονται από ζώα, αποτελεί κόκκινο συναγερμό που απαιτεί άμεση και συντονισμένη δράση σε όλα τα επίπεδα της αλυσίδας τροφίμων».
Ένα υψηλό ποσοστό Campylobacter και Salmonella τόσο από ανθρώπους όσο και από ζώα παραγωγής τροφίμων συνεχίζει να εμφανίζει αντοχή στην σιπροφλοξασίνη, που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων στους ανθρώπους. Ενώ η αντοχή στη Salmonella από ζώα παραγωγής τροφίμων ήταν σταθερά υψηλή, η αντοχή στις λοιμώξεις από σαλμονέλα στον άνθρωπο έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
Σε επίπεδο χώρας, το υψηλότερο επίπεδο αντοχής στην σιπροφλοξασίνη σε είδη Salmonella το 2024 παρατηρήθηκε στην Πολωνία, στη Ρουμανία και στη Σλοβακία (51,4%, 52,6% και 41,2% αντίστοιχα). Η Πολωνία και η Ρουμανία ανέφεραν την υψηλότερη αντοχή στο S. Enteritidis (55,5%).
Σύμφωνα με τους ειδικούς τα δεδομένα είναι ανησυχητικά, καθώς η αντοχή στην σιπροφλοξασίνη περιορίζει την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων θεραπευτικών επιλογών. Στο Campylobacter , η αντοχή είναι πλέον τόσο διαδεδομένη στην Ευρώπη που η σιπροφλοξασίνη δεν συνιστάται πλέον για τη θεραπεία λοιμώξεων. Για να διασφαλιστεί η συνεχής αποτελεσματικότητά της στην ανθρώπινη ιατρική, έχουν τεθεί περιορισμοί στη χρήση της σε ζώα.
Παρότι σημαντικό ποσοστό στελεχών Salmonella και Campylobacter από ανθρώπους και ζώα παραγωγής τροφίμων εξακολουθεί να εμφανίζει αντοχή στα ευρέως χρησιμοποιούμενα αντιμικροβιακά, σε αρκετές χώρες καταγράφεται σταδιακή μείωση της αντοχής σε συγκεκριμένες κατηγορίες αντιβιοτικών. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι οι στοχευμένες πολιτικές περιορισμού της κατανάλωσης και η ενισχυμένη επιτήρηση μπορούν να αποδώσουν ουσιαστικά αποτελέσματα.
Η μικροβιακή αντοχή επηρεάζει τους πάντες
Όταν τα βακτήρια γίνονται ανθεκτικά στα αντιμικροβιακά, οι λοιμώξεις είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν και οι επιλογές θεραπείας περιορίζονται. Τα πρότυπα αντοχής ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ χωρών, βακτηρίων και αντιμικροβιακών, αντανακλώντας διαφορές στον τρόπο χρήσης τους, καθώς και στις γεωργικές πρακτικές, τα μέτρα για την υγεία των ζώων και τις στρατηγικές πρόληψης των λοιμώξεων, σημειώνει το ECDC.
Οι ειδικοί επισημαίνουν την ανάγκη για ενίσχυση της επιτήρησης, ορθολογική χρήση των αντιμικροβιακών τόσο στην ιατρική όσο και στην κτηνιατρική πρακτική, καθώς και στενότερη διασύνδεση των συστημάτων ελέγχου στο πλαίσιο της προσέγγισης «One Health».
