50.000 περισσότερα χειρουργεία το 2025. Μειώθηκαν οι αναμονές, ενισχύεται το ΕΣΥ σε υποδομές και προσωπικό, ανέφερε ο υφυπουργός Υγείας.
Σε εφεδρεία παραμένει το δωρεάν πρόγραμμα απογευματινών χειρουργείων και θα ενεργοποιηθεί εκ νέου εφόσον υπάρξει αύξηση των λιστών αναμονής, όπως δήλωσε ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους.
Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό «ΣΚΑΪ» ανέφερε ότι «το δωρεάν πρόγραμμα ολοκληρώθηκε στις 30 Ιουνίου γιατί πέτυχε, αντιμετωπίζοντας αναμονές που μετά την πανδημία, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, έφταναν τα 4 χρόνια. Το σχέδιο συνδύασε περισσότερα πρωινά χειρουργεία, δωρεάν απογευματινά στα δημόσια νοσοκομεία και δωρεάν επεμβάσεις σε ιδιωτικές κλινικές.
Το 2025 χειρουργήθηκαν 50.000 περισσότεροι ασθενείς από το 2024, ενώ η συντριπτική πλειονότητα περιμένει πλέον κάτω από 4 μήνες. Τα απογευματινά συνεχίζουν να λειτουργούν και το δωρεάν πρόγραμμα παραμένει ως εφεδρεία», τόνισε, και συμπλήρωσε: «Η ενιαία λίστα επιτρέπει σε Υπουργείο, νοσοκομεία και Υγειονομικές Περιφέρειες να γνωρίζουν ποιος περιμένει και πόσο. Αν οι αναμονές αυξηθούν, προηγούνται συνεργασίες με νοσοκομεία που έχουν μικρότερο φόρτο και, εφόσον δεν επαρκούν, η δωρεάν δράση επανενεργοποιείται κεντρικά».
Βελτίωση του ΕΣΥ
Ο κ. Θεμιστοκλέους ανέφερε ότι «το ΕΣΥ έρχεται καθημερινά σε επαφή με περισσότερους από 100.000 πολίτες. Οι πολίτες αναγνωρίζουν βελτίωση στις υποδομές, στις υπηρεσίες και στο προσωπικό. Στα επείγοντα, ο χρόνος παραμονής μειώθηκε από 9 ώρες πριν από έναν χρόνο σε 4 ώρες σήμερα, ενώ η πρώτη επαφή με γιατρό γίνεται συνήθως σε λιγότερο από 1 ώρα, έναντι 3-4 ωρών παλαιότερα».
Ο Υφυπουργός Υγείας υπογράμμισε ότι το ανθρώπινο δυναμικό του ΕΣΥ ξεπερνά τους 110.000 εργαζομένους.
« Έχουμε το περισσότερο προσωπικό από τότε που διαθέτουμε επίσημα στοιχεία, δηλαδή από το 2009. Θέσεις που παλαιότερα προσέλκυαν 10-15 υποψηφίους έφτασαν το 2020-2021 να μην έχουν κανέναν ή να έχουν μόλις 1-2, ενώ σήμερα υπάρχει θέση στην Αττική με 45 υποψηφίους. Αυτό δείχνει ότι το ΕΣΥ είναι ξανά ελκυστικό», ανέφερε, αποδίδοντας την αλλαγή στις αμοιβές, στη δυνατότητα ιδιωτικού έργου και στις καλύτερες συνθήκες στις κλινικές.
Ανέφερε ακόμη ότι: «η φυγή στο εξωτερικό έχει ανασχεθεί και οι θέσεις ειδικότητας έχουν καλυφθεί», υπενθυμίζοντας ότι για νέους αναισθησιολόγους απαιτούνται 5-6 χρόνια εκπαίδευσης. Η επιστροφή γιατρών που έχουν πλέον οικογένεια και καριέρα εκτός Ελλάδας είναι δυσκολότερη. Προτεραιότητα, επομένως, είναι να μη φεύγουν ή να επιστρέφουν μετά την εκπαίδευσή τους και όχι έπειτα από 15-20 χρόνια. «Βρισκόμαστε στα μέσα του δρόμου της βελτίωσης», σημείωσε χαρακτηριστικά.