Νέα μελέτη εξετάζει τη σχέση του μελανιού τατουάζ με ορισμένες μορφές καρκίνου, όπως το λέμφωμα και οι καρκίνοι του δέρματος. Τα ανησυχητικά ευρήματα.
Τα τατουάζ έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν περιθωριακή επιλογή και έχουν ενσωματωθεί δυναμικά στη σύγχρονη κουλτούρα. Στην Ευρώπη, εκτιμάται ότι έως και το 20–25% του πληθυσμού φέρει τουλάχιστον ένα τατουάζ, με τα ποσοστά να εκτοξεύονται στις νεότερες ηλικίες.
Τα τατουάζ προκαλούν λέμφωμα; Τι απαντά ιατρός του Χάρβαρντ
Πίσω όμως από την αισθητική, την προσωπική έκφραση και τη μαζική αποδοχή, ένα κρίσιμο ερώτημα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναπάντητο: πόσο ασφαλές είναι το μελάνι που εισέρχεται στο σώμα;
Μια νέα, εκτεταμένη επιστημονική μελέτη από τη Δανία, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό BMC Public Health, έρχεται να αναζωπυρώσει τη συζήτηση, διερευνώντας για πρώτη φορά σε μεγάλη κλίμακα τη σχέση των τατουάζ με την εμφάνιση ορισμένων μορφών καρκίνου, όπως το λέμφωμα και οι καρκίνοι του δέρματος.
Η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα από δίδυμα άτομα, αξιοποιώντας το Δανέζικο Μητρώο Διδύμων, ένα από τα πληρέστερα στον κόσμο. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία, καθώς οι δίδυμοι προσφέρουν ένα μοναδικό πλεονέκτημα: μοιράζονται σε μεγάλο βαθμό το ίδιο γενετικό υπόβαθρο και παρόμοιες περιβαλλοντικές συνθήκες, γεγονός που επιτρέπει στους επιστήμονες να απομονώσουν καλύτερα την επίδραση συγκεκριμένων παραγόντων, όπως το τατουάζ, από άλλες αιτίες. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος), παραθέτουν τα κυριότερα τα σημεία της μελέτης.
Τα ευρήματα που προκαλούν ανησυχία
Ένα από τα βασικά σημεία της μελέτης είναι η διαπίστωση ότι το μελάνι του τατουάζ δεν παραμένει αποκλειστικά στο σημείο όπου εγχέεται. Προηγούμενες εργαστηριακές και κλινικές έρευνες έχουν δείξει ότι σωματίδια μελανιού μπορούν να μεταφερθούν μέσω του λεμφικού συστήματος και της κυκλοφορίας του αίματος, συσσωρευόμενα κυρίως στους λεμφαδένες, αλλά και σε όργανα όπως το ήπαρ. Η παρουσία αυτών των ξένων σωματιδίων στο σώμα ενδέχεται να προκαλέσει χρόνια φλεγμονή, μια κατάσταση που έχει συνδεθεί εδώ και δεκαετίες με αυξημένο κίνδυνο καρκινογένεσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι το πιο διαδεδομένο μελάνι, το μαύρο, περιέχει συχνά carbon black, μια ουσία που έχει χαρακτηριστεί ως πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο. Κατά την παραγωγή της, δημιουργούνται επίσης πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, ορισμένοι από τους οποίους είναι αποδεδειγμένα καρκινογόνοι. Άλλες χρωστικές, ειδικά σε έγχρωμα μελάνια, μπορεί να διασπώνται με την έκθεση στον ήλιο ή κατά τη διαδικασία αφαίρεσης με λέιζερ, απελευθερώνοντας επιβλαβείς χημικές ενώσεις.
Τα αποτελέσματα της δανέζικης μελέτης δείχνουν ότι τα άτομα με τατουάζ εμφάνισαν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του δέρματος σε σύγκριση με άτομα χωρίς τατουάζ. Σε ορισμένες αναλύσεις, ο κίνδυνος αυτός ήταν σημαντικά υψηλότερος, ενώ παρατηρήθηκε ότι τα μεγάλα τατουάζ- εκείνα που καλύπτουν επιφάνεια μεγαλύτερη από την παλάμη του χεριού- συνδέονταν με ακόμη αυξημένο κίνδυνο τόσο για καρκίνο του δέρματος όσο και για λέμφωμα. Το εύρημα αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι η ποσότητα του μελανιού και η συνολική έκθεση του οργανισμού παίζουν ρόλο.
Παράλληλα, οι ερευνητές εξέτασαν παράγοντες όπως το κάπνισμα και ο τρόπος ζωής, χωρίς να διαπιστώσουν ότι αυτοί εξηγούν πλήρως τη συσχέτιση. Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι τα τατουάζ προκαλούν καρκίνο, αλλά ότι φαίνεται να υπάρχει μια στατιστική συσχέτιση που αξίζει περαιτέρω διερεύνησης.
Η σημασία των τακτικών δερματολογικών ελέγχων
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύεται έμμεσα αφορά την έγκαιρη διάγνωση. Τα τατουάζ ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να δυσκολεύουν τον εντοπισμό ύποπτων αλλοιώσεων στο δέρμα, όπως νέους σπίλους ή αλλαγές στο χρώμα και το σχήμα υπαρχόντων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση της διάγνωσης του καρκίνου του δέρματος, με πιθανές συνέπειες στη σοβαρότητα της νόσου κατά τη στιγμή της ανίχνευσης. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί συνιστούν στα άτομα με εκτεταμένα τατουάζ να υποβάλλονται σε τακτικούς δερματολογικούς ελέγχους, ιδιαίτερα αν έχουν αυξημένη έκθεση στον ήλιο ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου.
Τα τατουάζ είναι ευρέως διαδεδομένα και τα συνολικά ποσοστά καρκίνου στον γενικό πληθυσμό δεν έχουν εκτοξευθεί. Ωστόσο, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι αποκτούν τατουάζ από νεαρή ηλικία, η μακροχρόνια έκθεση του οργανισμού στο μελάνι αποτελεί ένα σχετικά νέο φαινόμενο, του οποίου οι συνέπειες δεν έχουν ακόμη πλήρως κατανοηθεί.
Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την ανάγκη για καλύτερη ενημέρωση των πολιτών, αυστηρότερους ελέγχους στη σύνθεση των μελανιών και συνεχή επιστημονική έρευνα. Η απόφαση για ένα τατουάζ δεν αφορά μόνο την αισθητική ή την προσωπική έκφραση, αλλά και μια μακροπρόθεσμη σχέση του σώματος με χημικές ουσίες που παραμένουν μέσα του για δεκαετίες.
