Ορώδες ενδοεπιθηλιακό καρκίνωμα της σάλπιγγας (STIC): Αναγνώριση και αντιμετώπιση του μεγαλύτερου κινδύνου για εμφάνιση καρκίνου των ωοθηκών
«Η καλύτερη θεραπεία είναι η πρόληψη» – η έγκαιρη δηλαδή αναγνώριση και αντιμετώπιση ενός σιωπηλού κινδύνου μπορεί να σώσει ζωές, πόσο μάλλον του καρκίνου. Αυτή η αρχή βρίσκει απόλυτη εφαρμογή και στην περίπτωση μια σιωπηλής προκαρκινικής αλλοίωσης στις σάλπιγγες: το ορώδες ενδοεπιθηλιακό καρκίνωμα της σάλπιγγας, γνωστό και ως STIC (Serous Tubal Intraepithelial Carcinoma).
Σπουδαία ανακάλυψη: Οι επιστήμονες είναι κοντά σε εμβόλιο για όλες τις μορφές καρκίνου
Τι είναι το ορώδες ενδοεπιθηλιακό καρκίνωμα της σάλπιγγας (STIC);
Το STIC, είναι μια μικροσκοπική προκαρκινική αλλοίωση που αναπτύσσεται στην εσωτερική επιφάνεια του κροσσωτού άκρου της σάλπιγγας, ειδικά σε γυναίκες με γενετικές μεταλλάξεις, ιδίως στα γονίδια BRCA1 και BRCA2. Οι μεταλλάξεις αυτές μπορεί να εντοπιστούν σε όσες έχουν οικογενειακό ιστορικό καρκίνων του μαστού ή της ωοθήκης με μια εξέταση αίματος.
Τι καθιστά το STIC επικίνδυνο;
Οι περισσότεροι καρκίνοι των ωοθηκών προέρχονται από τις σάλπιγγες. Σε αυτά τα πλαίσια, το STIC αποτελεί πρόδρομη βλάβη του υψηλού βαθμού ορώδους καρκινώματος (HGSC) των ωοθηκών σε πολλές περιπτώσεις. Ο HGSC είναι συχνά επιθετικός και μπορεί να εξαπλωθεί στο περιτόναιο μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα Η παρουσία STIC αυξάνει επίσης το κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ίδιου του περιτοναίου.
Δυστυχώς, παρά τους κινδύνους που επιφυλάσσουν, το STIC δεν είναι ορατό στις απεικονιστικές εξετάσεις (π.χ. υπερηχογράφημα, αξονική ή μαγνητική τομογραφία) ή κατά τη διάρκεια του χειρουργείου. Όταν ανακαλυφθεί η εξέταση που σε επίπεδο ιατρείου θα μπορεί να ανιχνεύει το STIC, η πρόληψη του καρκίνου των ωοθηκών θα είναι πλέον εφικτή. Ήδη μεγάλες ερευνητικές ομάδες του εξωτερικού δραστηριοποιούνται σε αυτή την κατεύθυνση.
Ποια κοινά εμβόλια μπορεί να προστατεύουν από καρκίνο, άνοια και άλλες χρόνιες παθήσεις
Πότε συνήθως διαγιγνώσκεται το STIC;
Ο έλεγχος για STIC γίνεται σε γυναίκες με μεταλλάξεις σε γονίδια BRCA ή άλλη γενετική προδιάθεση για καρκίνο των ωοθηκών, όταν υποβάλλονται σε προφυλακτική χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών και των σαλπίγγων. Σε αυτές τις γυναίκες τα STIC μπορούν να εμφανίζονται έως και 10 φορές συχνότερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Η διάγνωσή του απαιτεί την επεξεργασία της βιοψίας με το πρωτόκολλο SEE-FIM, όπως πρόσφατα περιέγραψε το Πανεπιστήμιο του Harvard.
Αυτή η τεχνική επιτρέπει στους Παθολογοανατόμους (τους Ιατρούς που ελέγχουν τις βιοψίες) να εξετάζουν λεπτομερώς τα κροσσωτά άκρα των σαλπίγγων σε λεπτές τομές. Έτσι, σε συνδυασμό με τη χρήση ειδικών δεικτών (όπως οι p53 και Ki-67), εντοπίζονται «κρυμμένες» βλάβες που διαφορετικά θα περνούσαν απαρατήρητες. Τονίζεται πως η προφυλακτική αφαίρεση σαλπίγγων και ωοθηκών πραγματοποιείται λαπαροσκοπικά και συνοδεύεται από ελάττωση της πιθανότητας εμφάνισης κακοήθειας των σαλπίγγων-ωοθηκών κατά 80-90% σε φορείς μεταλλάξεων BRCA1,2. Στα επιπλέον κέρδη αναφέρεται και η πιθανή μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 50-60%.
Ποιες είναι οι σύγχρονες επιστημονικές οδηγίες για την ανίχνευση και αντιμετώπιση των STIC;
Για την ανεύρεση και εξειδικευμένη αντιμετώπιση του STIC σημαντικές επιστημονικές εταιρείες όπως η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Παθολογική Ογκολογίας (ESMO) και η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Γυναικολογικής Ογκολογίας (ESGO) εξέδωσαν πρόσφατα οδηγίες (Ledermann JA et al. Ann Oncol. 2024;35:248-266).
Σύμφωνα με αυτές, στην περίπτωση της προφυλακτικής αφαίρεσης των ωοθηκών και των σαλπίγγων συνιστάται να εφαρμόζεται το πρωτόκολλο SEE-FIM που περιλαμβάνει, όπως αναφέρθηκε, το διεξοδικό έλεγχο των κροσσών για μικροσκοπικούς καρκίνους. Το πρωτόκολλο SEE-FIM συνιστάται επίσης να εφαρμόζεται όταν υπάρχει αμφιβολία σχετικά με την προέλευση ενός καρκίνου, όταν δηλαδή δεν μπορεί να διευκρινιστεί αν πρόκειται για καρκίνο του ενδομητρίου, των σαλπίγγων, των ωοθηκών, ή του περιτοναίου.
Στην περίπτωση που εντοπιστεί STIC, είναι απαραίτητο να ακολουθεί νέο χειρουργείο από Γυναικολόγο Ογκολόγο για την αφαίρεση του επιπλόου και τη λήψη βιοψιών από το περιτόναιο, μιας και η ύπαρξη STIC αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου σε αυτό. Θα πρέπει επιπλέον να εξεταστεί το ενδεχόμενο αφαίρεσης της μήτρας, ειδικά σε ασθενείς με μετάλλαξη του γονιδίου BRCA1. Αν η μήτρα διατηρηθεί, θα πρέπει να ληφθούν πολλαπλές βιοψίες από το ενδομήτριο για να αποκλειστεί η ύπαρξη νόσου στην περιοχή (ορώδες καρκίνωμα ενδομητρίου).
Η εξέταση για μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2 αλλά και σε άλλα σημαντικά γονίδια είναι υποχρεωτική, αν οι ασθενείς δεν είχαν υποβληθεί παλιότερα σε αυτήν. Σε αντίθεση, όμως, με τον πραγματικό καρκίνο των ωοθηκών, δεν συστήνεται η χειρουργική αφαίρεση λεμφαδένων και η χορήγηση χημειοθεραπείας μετεγχειρητικά.
Σε περίπτωση οικογενειακού ιστορικού καρκίνου, ιδιαίτερα καρκίνου μαστού, μήτρας, ωοθηκών και εντέρου, η αναζήτηση Γυναικολόγου Ογκολόγου για περαιτέρω ενημέρωση, παρακολούθηση και, μελλοντικά, αντιμετώπιση είναι απαραίτητη. Η γνώση του γονιδιακού υπόβαθρου είναι μια μεγάλη δύναμη που μας δίνει σήμερα η επιστήμη για να προλάβουμε καταστάσεις απειλητικές για τη ζωή μας και την ευτυχία των ανθρώπων που αγαπάμε.
