Τα στοιχεία από τις πρόσφατες προκηρύξεις γιατρών και νοσηλευτών αποτυπώνουν τη δυσκολία στελέχωσης του ΕΣΥ, ιδιαίτερα στις νησιωτικές περιοχές.
Χαμηλό ενδιαφέρον επαγγελματιών υγείας για εργασία στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) και ιδιαίτερα στα νησιά καταγράφει η ΠΟΕΔΗΝ και οι λόγοι σύμφωνα με την ίδια είναι, «οι δυσμενείς συνθήκες εργασίας, οι χαμηλότατες αμοιβές, τα ανεπαρκή κίνητρα, η ακριβή διαβίωση».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προκήρυξη για τα νοσοκομεία της Κρήτης. Για 77 θέσεις γιατρών, εκ των οποίων οι δύο αφορούσαν οδοντιάτρους, υποβλήθηκαν συνολικά 67 αιτήσεις. Από αυτές, οι 19 αφορούσαν τις δύο θέσεις οδοντιάτρων. Αυτό σημαίνει ότι για τις 75 θέσεις βασικών ιατρικών ειδικοτήτων κατατέθηκαν μόλις 48 αιτήσεις, με αποτέλεσμα σημαντικός αριθμός θέσεων να παραμένει ακάλυπτος, αναφέρει η ΠΟΕΔΗΝ.
Επιπλέον, η πλειονότητα των υποψηφίων δεν προέρχεται από νέες προσλήψεις εκτός συστήματος, αλλά από ήδη υπηρετούντες στο ΕΣΥ, σημειώνει. Πρόκειται είτε για επικουρικούς γιατρούς που επιδιώκουν μονιμοποίηση είτε για μόνιμους που επιθυμούν μετακίνηση ή εξέλιξη σε άλλο νοσοκομείο.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στο νοσηλευτικό προσωπικό. Στην προκήρυξη 7Κ/2022 για την κάλυψη 3.720 θέσεων νοσηλευτικού προσωπικού ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, υποβλήθηκαν 11.492 αιτήσεις στο ΑΣΕΠ. Ωστόσο, σημαντικό μέρος των αιτήσεων προέρχεται από ήδη εργαζόμενους επικουρικούς νοσηλευτές, -συνολικά υπηρετούν 20.000- οι οποίοι διαθέτουν αυξημένη μοριοδότηση.
Στην πράξη, μεγάλο ποσοστό του υφιστάμενου προσωπικού επιλέγει να διεκδικήσει μονιμοποίηση, χωρίς όμως να υπάρχει αντίστοιχη προσέλκυση νέων επαγγελματιών από την αγορά εργασίας, αναφέρει η ΠΟΕΔΗΝ. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στις νησιωτικές περιοχές, όπου τα κενά παραμένουν δύσκολο να καλυφθούν.
Χαμηλές αμοιβές
Ενδεικτικά, ένας νεοδιόριστος νοσηλευτής λαμβάνει περίπου 850 ευρώ τον μήνα, ένας βοηθός νοσηλευτή περίπου 750 ευρώ και ένας τραυματιοφορέας περίπου 700 ευρώ. Τα ποσά αυτά εγείρουν εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και την ελκυστικότητα των θέσεων.
Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις διαθέσιμες θέσεις, αλλά κυρίως τη δυσκολία προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού στο δημόσιο σύστημα υγείας, ιδίως σε απομακρυσμένες περιοχές.
