Έως το τέλος του 2026 οι πολίτες θα γνωρίζουν πριν πάνε στο νοσοκομείο την αναμονή στα ΤΕΠ των εφημερευόντων νοσοκομείων.
Τη δυνατότητα να ενημερώνονται σε πραγματικό χρόνο για τους χρόνους αναμονής στα εφημερεύοντα νοσοκομεία μέσω του κινητού τους τηλεφώνου θα έχουν οι πολίτες έως το τέλος του 2026, όπως ανακοίνωσε ο Υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους.
Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό ΕΡΤNEWS, ο κ. Θεμιστοκλέους παρουσίασε τον σχεδιασμό του υπουργείου Υγείας για την περαιτέρω ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του ΕΣΥ μέσω του MyHealth App, ενώ αναφέρθηκε παράλληλα στις προσλήψεις 1.131 νέων γιατρών, στα κίνητρα στελέχωσης των νησιωτικών και δυσπρόσιτων περιοχών, στην ένταξη νοσηλευτών και διασωστών στα βαρέα και ανθυγιεινά, καθώς και στις παρεμβάσεις για την ανακουφιστική φροντίδα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην αξιολόγηση των δημόσιων νοσοκομείων από τους ίδιους τους ασθενείς, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία καταγράφουν υψηλά ποσοστά ικανοποίησης από τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας.
«Το Υπουργείο Υγείας έχει ήδη αυτή τη δυνατότητα εσωτερικά, δηλαδή μπορεί να βλέπει σε πραγματικό χρόνο την αναμονή σε νοσοκομεία όπως ο Ευαγγελισμός ή άλλα εφημερεύοντα νοσοκομεία. Στόχος είναι η δυνατότητα αυτή να γίνει προσβάσιμη στους πολίτες μέχρι το τέλος του έτους», τόνισε.
Εξήγησε ότι «οι πολίτες θα μπορούν να βλέπουν, για παράδειγμα, πόσες ώρες αναμονής έχει το παθολογικό σε ένα νοσοκομείο και πόσες ώρες σε ένα άλλο, ώστε να έχουν εικόνα όλων των νοσοκομείων που εφημερεύουν εκείνη τη στιγμή».
Συμπλήρωσε ότι «η λειτουργία αυτή θα ενταχθεί στο MyHealth App, το οποίο αποτελεί τη μεγάλη αναβάθμιση του συστήματος και την ψηφιακή επαφή του πολίτη με το σύστημα υγείας. Μέσα από αυτό, ο πολίτης μπορεί να βλέπει τις εξετάσεις του, να κλείνει ραντεβού και, στο επόμενο στάδιο, να έχει πρόσβαση και σε πληροφορίες για τους χρόνους αναμονής στα νοσοκομεία».
Προκήρυξη για 1.131 θέσεις ιατρών στο ΕΣΥ
Όπως ανέφερε ο κ. Θεμιστοκλέους αυτή τη στιγμή «βρίσκεται στο αέρα» μια μεγάλη προκήρυξη 1.131 θέσεις γιατρών, που αφορά όλες τις ειδικότητες, για όλη τη χώρα, και την Αττική και την Περιφέρεια. Ο Υφυπουργός Υγείας τόνισε ότι η προκήρυξη παραμένει ανοιχτή και μέχρι στιγμής υπάρχει πολύ καλή συμμετοχή.
«Μέχρι στιγμής έχουμε αρκετούς υποψηφίους για κάποιες θέσεις. Αυτό είναι πολύ καλό», ανέφερε χαρακτηριστικά. Συμπλήρωσε ότι έχει υπάρξει αλλαγή στο κλίμα σε σχέση με προηγούμενες προκηρύξεις στο ΕΣΥ, καθώς έχουν δοθεί κίνητρα και έχουν βελτιωθεί οι αποδοχές και οι συνθήκες εργασίας των γιατρών.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι υπάρχουν αυξήσεις αποδοχών, αύξηση και διαφοροποίηση των εφημεριών, καθώς και δυνατότητα ιδιωτικού έργου. Σε ό,τι αφορά τον χρόνο ολοκλήρωσης των προσλήψεων, ο κ. Θεμιστοκλέους ανέφερε ότι έχουν βελτιωθεί σημαντικά οι χρόνοι και ότι, κατά μέσο όρο, η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί σε διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά: «Ως το τέλος του χρόνου θα έχουμε άλλους 1.131 γιατρούς».
Στελέχωση μονάδων σε νησιά και κίνητρα μετακίνησης γιατρών
Ο Υφυπουργός Υγείας ανέφερε ότι «σε δύσκολες περιοχές όπου τα προηγούμενα χρόνια περίπου 300 θέσεις έβγαιναν επανειλημμένα άγονες, έχει πλέον καλυφθεί περίπου το 2/3 αυτών των θέσεων. Πρόκειται για πολύ σημαντική βελτίωση», σημείωσε.
Παράλληλα, ο κ. Θεμιστοκλέους αναφέρθηκε στο οικονομικό κίνητρο για τη μετακίνηση γιατρών στα νησιά κατά τους θερινούς μήνες. Όπως δήλωσε: «Έχουμε και τα 2.000 ευρώ επιπλέον του μισθού στη μετακίνηση. Είναι ένα κίνητρο το οποίο βοηθάει πάρα πολύ, γιατί αναγκαστικά το καλοκαίρι, για να αντιμετωπίσουμε την αύξηση του πληθυσμού στα νησιά, μετακινούμε γιατρούς από την Αττική».
Σημείωσε, ότι: «στις περισσότερες περιοχές υπάρχει συνεργασία με τον πρώτο και τον δεύτερο βαθμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ώστε να εξασφαλίζεται η διαμονή των γιατρών, ενώ σε ορισμένες περιοχές δίνονται και επιπλέον επιδόματα από την Περιφέρεια».
Ένταξη των νοσηλευτών στα βαρέα και ανθυγιεινά
Ο Υφυπουργός Υγείας ανέφερε πως «το μέτρο θα τεθεί σε ισχύ από την αρχή του επόμενου έτους, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 2027». Ο κ. Θεμιστοκλέους διευκρίνισε ότι: «το μέτρο αφορά νοσηλευτές, διασώστες του ΕΚΑΒ, οδηγούς ασθενοφόρων που υπηρετούν στα Κέντρα Υγείας, καθώς και άλλες κατηγορίες εργαζομένων».
Όπως σημείωσε, η ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά καλύπτει το πρώτο σκέλος, το ασφαλιστικό, ενώ θα εξεταστούν και άλλα ζητήματα, διοικητικά, επιστημονικά και μισθολογικά. Ειδικότερα, ανέφερε ότι: «σε συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών θα εξεταστεί εάν μπορεί να υπάρξει και μισθολογική ενίσχυση στις αποδοχές των νοσηλευτών».
Αξιολόγηση των νοσοκομείων από τους ασθενείς
Ο κ. Θεμιστοκλέους τόνισε ότι: «το δείγμα είναι πλέον πολύ μεγάλο και ξεπερνά τους 50.000 ασθενείς, γεγονός που μας δίνει μια πολύ ρεαλιστική εικόνα», και συμπλήρωσε χαρακτηριστικά: «Το 75% απαντάει ότι η εμπειρία του από τα νοσοκομεία είναι καλή ή πολύ καλή. Και αυτό είναι η απάντηση σε όλους που προσπαθούν να μαυρώσουν ή γενικεύουν μια εικόνα ότι το ΕΣΥ καταρρέει. Το ΕΣΥ δεν καταρρέει. Το λένε οι ίδιοι οι ασθενείς». Παράλληλα, ανέφερε ότι: «στο 90% των περιπτώσεων οι ασθενείς βρήκαν τον γιατρό της ειδικότητας που χρειάζονταν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους».
Ανακουφιστική φροντίδα
Σύμφωνα με τον κ. Θεμιστοκλέους «πλέον έχει ρυθμιστεί το νομικό πλαίσιο, υπάρχει Εθνικό Σχέδιο Δράσης και έχει αποσταλεί το Προεδρικό Διάταγμα που περιγράφει τις αναγκαίες προδιαγραφές και θα υπάρξουν πολύ σύντομα ανακοινώσεις από το Υπουργείο Υγείας».
Πρόσθεσε ότι «θα δημιουργηθεί νέα μονάδα στην Αττική μέσα στους επόμενους μήνες», και συμπλήρωσε χαρακτηριστικά: «θα ξεκινήσει σταδιακά και η εκπαίδευση και εξειδίκευση γιατρών, ώστε να αναπτυχθούν κλίνες ανακουφιστικής φροντίδας στα νοσοκομεία».
Καμία ανησυχία για τον Έμπολα
«Καμία ανησυχία. Ο Έμπολα είναι ιός που κάνει κατά καιρούς εξάρσεις στην Αφρική. Υπάρχει μια τοπική επιδημία αυτή τη στιγμή, αλλά δεν είναι κάτι το οποίο μας προκαλεί ανησυχία», τόνισε ο κ. Θεμιστοκλέους.
Ο Υφυπουργός Υγείας υπενθύμισε ότι αντίστοιχες εξάρσεις είχαν υπάρξει και το 2013 και το 2014, χωρίς να καταγραφεί κρούσμα στην Ελλάδα. Όπως σημείωσε, «τις προηγούμενες φορές δεν είχαμε κανένα κρούσμα στη χώρα μας. Το παρακολουθούμε όπως το παρακολουθεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αλλά είναι τελείως διαφορετικός ο τρόπος μετάδοσης».
