Παχυσαρκία: γιατί ο δείκτης μάζας σώματος δεν αρκεί πλέον για τη διάγνωση

παχυσαρκία
Προσθέστε το OloYgeia.gr στην Google

Οι επιστήμονες επαναπροσδιορίζουν τον ορισμό για την παχυσαρκία, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στο βάρος αλλά και στις πραγματικές επιπτώσεις στην υγεία.

Η παχυσαρκία περιγράφεται συχνά ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας της εποχής μας. Όσο απλό κι αν ακούγεται αυτό, ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται και διαγιγνώσκεται παραμένει κάθε άλλο παρά αυτονόητος.

Για δεκαετίες, το βασικό εργαλείο ήταν ο δείκτης μάζας σώματος, ο γνωστός BMI, που υπολογίζεται με βάση το βάρος και το ύψος. Είναι εύχρηστος, γρήγορος και πρακτικός, γι’ αυτό και χρησιμοποιείται ευρέως. Όμως όλο και περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι δεν αρκεί για να περιγράψει την πολυπλοκότητα της παχυσαρκίας.

Σε ποιες χώρες μειώνονται τα ποσοστά παχυσαρκίας και σε ποιες αυξάνονται δραματικά- Τι ισχύει για την Ελλάδα

Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) αναφέρουν ότι το πρόβλημα είναι ότι ο BMI δεν δείχνει πού βρίσκεται το λίπος στο σώμα, ποια είναι η σύσταση του σώματος, ούτε αν έχουν ήδη εμφανιστεί επιπτώσεις στην υγεία.

Ένας άνθρωπος με αυξημένο BMI μπορεί να μην έχει ακόμη σοβαρές επιπλοκές, ενώ κάποιος με χαμηλότερο BMI μπορεί να έχει προβλήματα όπως υπέρταση, διαταραχές στο σάκχαρο, καρδιακή επιβάρυνση ή υπνική άπνοια. Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο ερώτημα για γιατρούς, ασθενείς, ασφαλιστικά συστήματα και πολιτικές υγείας: ποιος χρειάζεται θεραπεία, πότε και με ποιον τρόπο;

«Προκλινική και κλινική παχυσαρκία»

Όπως αναφέρεται σε πρόσφατο άρθρο του JAMA η συζήτηση έγινε ακόμη πιο έντονη μετά την πρόταση μιας διεθνούς επιτροπής ειδικών, η οποία εισηγήθηκε ένα νέο πλαίσιο διάγνωσης. Η επιτροπή πρότεινε να μη βασίζεται η διάγνωση αποκλειστικά στον BMI, αλλά να λαμβάνει υπόψη πιο ακριβείς εκτιμήσεις της περίσσειας λίπους και κυρίως τις επιπτώσεις του στην υγεία.

Στο πλαίσιο αυτό εισάγονται δύο κατηγορίες: η «προκλινική παχυσαρκία» και η «κλινική παχυσαρκία». Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει αυξημένο σωματικό λίπος, αλλά δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί σαφείς επιπλοκές. Στη δεύτερη, η παχυσαρκία συνδέεται άμεσα με χρόνια νόσο ή δυσλειτουργία οργάνων, όπως καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση ή αποφρακτική υπνική άπνοια.

Οπότε είναι η παχυσαρκία πάντα νόσος ή είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως παράγοντας κινδύνου; Οι υποστηρικτές του νέου πλαισίου θεωρούν ότι η διάκριση αυτή μπορεί να βοηθήσει ώστε η φροντίδα να είναι πιο αναλογική και πιο εξατομικευμένη. Δηλαδή, να μη λαμβάνουν όλοι την ίδια αντιμετώπιση μόνο και μόνο επειδή ανήκουν στην ίδια κατηγορία βάρους. Ένας άνθρωπος μπορεί να χρειάζεται στενή παρακολούθηση και πρόληψη, ενώ ένας άλλος πιο άμεση και εντατική θεραπευτική παρέμβαση.

Ωστόσο, αρκετοί ειδικοί ανησυχούν ότι τέτοιες κατηγορίες μπορεί να έχουν ανεπιθύμητες συνέπειες. «Ο όρος «προκλινική» παχυσαρκία, για παράδειγμα, θα μπορούσε να εκληφθεί από ασφαλιστικούς φορείς ή ακόμη και από γιατρούς ως κάτι που δεν χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση. Αυτό θα μπορούσε να καθυστερήσει τη φροντίδα σε ανθρώπους που βρίσκονται ήδη σε αυξημένο κίνδυνο», αναφέρουν οι ειδικοί του ΕΚΠΑ.

Ιδιαίτερη διαφωνία υπάρχει και για τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ο οποίος θεωρείται από πολλούς ειδικούς μία από τις πιο ισχυρά συνδεδεμένες επιπλοκές της παχυσαρκίας. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να απουσιάζει από τα κριτήρια της κλινικής παχυσαρκίας, αφού η απώλεια βάρους μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ύφεση του διαβήτη.

«Η χρήση μεζούρας, εξετάσεων σύστασης σώματος, μεταβολικών δεικτών ή πιο σύνθετων αξιολογήσεων μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ακρίβεια, αλλά δεν είναι πάντα εύκολη στην καθημερινή κλινική πράξη. Πολλοί γιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας δεν έχουν τον χρόνο, την εκπαίδευση ή την υποδομή για εκτεταμένες αξιολογήσεις. Από την άλλη πλευρά, η απλότητα του BMI μπορεί να παραβλέψει ανθρώπους που έχουν πραγματικό πρόβλημα ή να κατατάξει λανθασμένα άλλους ως ασθενείς».

Οι νέες θεραπείες

Σύμφωνα με τους επιστήμονες το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σημαντικό σήμερα, καθώς οι θεραπείες για την απώλεια βάρους γίνονται ολοένα πιο αποτελεσματικές, αλλά και πιο σύνθετες σε επίπεδο πρόσβασης και κόστους. «Ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται η παχυσαρκία μπορεί να επηρεάσει το ποιος θα δικαιούται φαρμακευτική αγωγή, ποιος θα παραπεμφθεί για πιο εντατική θεραπεία και τι θα καλύπτουν τα ασφαλιστικά συστήματα. Αν ο ορισμός είναι πολύ στενός, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να μείνουν χωρίς βοήθεια. Αν είναι πολύ ευρύς, το σύστημα υγείας μπορεί να δυσκολευτεί να ανταποκριθεί».

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση, αρκετοί κλινικοί γιατροί επιμένουν ότι δεν πρέπει να χαθεί η ανθρώπινη διάσταση. Μια απλή ερώτηση, όπως «πώς έχει επηρεάσει αυτό τη ζωή σας;», μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα από έναν αριθμό. Η παχυσαρκία δεν είναι μόνο βάρος στη ζυγαριά. Μπορεί να επηρεάζει την καθημερινή κίνηση, τον ύπνο, την καρδιαγγειακή υγεία, την ψυχολογία, την εργασία και την ποιότητα ζωής, τονίζουν οι επιστήμονες του ΕΚΠΑ.

«Το βέβαιο είναι ότι η παχυσαρκία δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται με έναν ενιαίο, απλουστευτικό τρόπο. Ο BMI πιθανότατα θα παραμείνει ένα χρήσιμο πρώτο εργαλείο, αλλά δεν αρκεί ως τελική διάγνωση για όλους. Η πρόκληση είναι να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην επιστημονική ακρίβεια και την πρακτική εφαρμογή. Οι ειδικοί συμφωνούν ότι χρειάζεται συναίνεση, γιατί χωρίς κοινή γλώσσα θα υπάρχει σύγχυση στην καθημερινή φροντίδα».

Έφη Φουσέκη
Έφη Φουσέκη

Η Eφη Φουσέκη καλύπτει με εγκυρότητα και συνέπεια το ιατρικό ρεπορτάζ, ως διαπιστευμένος συντάκτης υγείας(<a href="https://www.moh.gov.gr/">Υπουργείο Υγείας</a>). Παρακολουθεί επιστημονικά συνέδρια στη Eλλάδα και στο εξωτερικό, καταγράφει την πολιτική υγείας στη χώρα μας και έχει συνεργαστεί με μεγάλα ειδησεογραφικά Μέσα (antenna.gr, enikos.gr).

Scroll to Top