Η γνώση δύο ή περισσότερων γλωσσών δεν διευρύνει μόνο τους ορίζοντες επικοινωνίας, αλλά φαίνεται να ενισχύει τη λειτουργία του εγκεφάλου, να αυξάνει τη γνωστική ανθεκτικότητα και να συνδέεται με πιο αργή εγκεφαλική γήρανση.
Η πολυγλωσσία λειτουργεί σαν καθημερινή «γυμναστική» για τον εγκέφαλο
Η εκμάθηση μιας νέας γλώσσας θεωρείται εδώ και χρόνια πολύτιμη δεξιότητα για την επικοινωνία και τα ταξίδια. Ωστόσο, τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι τα οφέλη της εκτείνονται πολύ περισσότερο, καθώς η πολυγλωσσία φαίνεται να συμβάλλει στη διατήρηση της υγείας του εγκεφάλου, να ενισχύει τη συγκέντρωση και να καθυστερεί τη γνωστική έκπτωση που σχετίζεται με την ηλικία.
Η εκμάθηση και η συστηματική χρήση περισσότερων από μίας γλωσσών αποτελεί μια από τις πιο απαιτητικές μορφές νοητικής άσκησης. Σε αντίθεση με άλλες δραστηριότητες που καταλαμβάνουν περιορισμένο χρόνο μέσα στην ημέρα, η γλώσσα ενεργοποιεί συνεχώς τον εγκέφαλο κάθε φορά που κάποιος ακούει, μιλά ή επεξεργάζεται πληροφορίες.
Η Ellen Bialystok, διακεκριμένη ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο York University του Καναδά, η οποία μελετά για περισσότερα από 50 χρόνια τη σχέση της γλώσσας με τον εγκέφαλο, εξηγεί ότι η συνεχής νοητική πρόκληση είναι αυτή που κάνει την εκμάθηση μιας γλώσσας τόσο σημαντική.
«Αν χρησιμοποιείτε συνεχώς τον εγκέφαλό σας για δύσκολες, ενδιαφέρουσες και διεγερτικές προκλήσεις, ο εγκέφαλός σας θα είναι πιο υγιής. Και η εκμάθηση μιας γλώσσας είναι δύσκολη, γι’ αυτό και αξίζει τον κόπο».
Τα ευρήματα ενισχύονται από πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Aging, στην οποία αναλύθηκαν δεδομένα από περισσότερους από 86.000 ανθρώπους σε 27 ευρωπαϊκές χώρες.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η πολυγλωσσία συνδέεται με βραδύτερη εγκεφαλική γήρανση και ότι το προστατευτικό αποτέλεσμα αυξάνεται όσο μεγαλώνει ο αριθμός των γλωσσών που γνωρίζει κάποιος, χωρίς όμως να αποδεικνύεται σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία της δια βίου νοητικής άσκησης και ενισχύουν την άποψη ότι η εκμάθηση γλωσσών μπορεί να αποτελέσει έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση της γνωστικής υγείας.
Η Νο1 τροφή που βελτιώνει τη μνήμη και καθυστερεί την γήρανση του εγκεφάλου, σύμφωνα με μελέτες
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν γνωρίζετε περισσότερες γλώσσες
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι γλώσσες που γνωρίζει ένας άνθρωπος δεν ενεργοποιούνται μόνο όταν τις χρησιμοποιεί. Παραμένουν διαθέσιμες στον εγκέφαλο διαρκώς, ακόμη κι όταν μιλά αποκλειστικά μία από αυτές.
Η Lucia Amoruso, αναπληρώτρια επιστημονική διευθύντρια και επικεφαλής της ομάδας Νευροβιολογίας της Γλώσσας στο Basque Center on Cognition, Brain and Language στην Ισπανία, εξηγεί ότι διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου ανταποκρίνονται στις γλώσσες που γνωρίζει κάθε άτομο, ενώ ο εγκέφαλος επιλέγει συνεχώς ποια θα χρησιμοποιήσει.
Όπως ανέφερε η ίδια, ακόμη κι όταν απαντούσε στα αγγλικά, έπρεπε να καταστέλλει τα ισπανικά, τη μητρική της γλώσσα, ενώ παράλληλα γνωρίζει και γαλλικά και ιταλικά.
«Η άλλη γλώσσα είναι επίσης ενεργή στον εγκέφαλό σας. Δεν κοιμάται».
Δεν υπάρχει «διακόπτης» που απενεργοποιεί τις γλώσσες
Η Ellen Bialystok τονίζει ότι οι γλώσσες δεν ενεργοποιούνται και απενεργοποιούνται διαδοχικά.
«Δεν υπάρχει διακόπτης γλώσσας».
Αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλος παρακολουθεί συνεχώς όσα ακούει και όσα λέει ο άνθρωπος, αξιολογώντας ποια γλώσσα είναι κατάλληλη κάθε στιγμή. Αυτή η συνεχής διαδικασία φαίνεται ότι βελτιώνει την ικανότητα συγκέντρωσης, τον έλεγχο της προσοχής και τη δυνατότητα να αγνοούνται οι πληροφορίες που αποσπούν την προσοχή, σύμφωνα με μελέτη.
Τα οφέλη αρχίζουν ήδη από τη βρεφική ηλικία
Η επίδραση της διγλωσσίας δεν εμφανίζεται μόνο στην ενήλικη ζωή. Έρευνες δείχνουν ότι βρέφη επτά μηνών που μεγαλώνουν σε δίγλωσσα περιβάλλοντα μπορούν ήδη να αντιληφθούν πότε αλλάζει η γλώσσα που ακούνε.
Παράλληλα, αποδίδουν καλύτερα σε ορισμένες δοκιμασίες προσοχής σε σύγκριση με βρέφη που μεγαλώνουν σε μονογλωσσικά σπίτια.
Σύμφωνα με την Bialystok, αυτή η συνεχής ανάγκη επιλογής της σωστής γλώσσας λειτουργεί ως εκπαίδευση του εγκεφάλου, ενισχύοντας σταδιακά την ανθεκτικότητά του απέναντι στις φυσιολογικές αλλαγές που προκαλεί η γήρανση.
«Αποκτάτε έναν εγκέφαλο που έχει εκτεθεί σε αυτό το πιο σύνθετο γλωσσικό περιβάλλον και αναπτύσσει τους μηχανισμούς προσοχής ή ό,τι άλλο χρειάζεται για να ανταποκριθεί. Έτσι, όσο περνούν τα χρόνια και εμφανίζονται οι φυσιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλο, αυτός γίνεται πιο ανθεκτικός».
Ένας εγκέφαλος που λειτουργεί πιο αποδοτικά
Μελέτες που βασίστηκαν σε ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα (EEG) συνέκριναν ανθρώπους που μιλούν μία γλώσσα με άτομα που χρησιμοποιούν δύο ή περισσότερες.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι δίγλωσσοι εμφάνιζαν μικρότερη αλλά περισσότερο στοχευμένη εγκεφαλική δραστηριότητα όταν βρίσκονταν σε κατάσταση ηρεμίας.
Παρόμοια εικόνα καταγράφηκε και σε δοκιμασίες προσοχής. Οι πολύγλωσσοι χρειάζονταν μικρότερη ενεργοποίηση του εγκεφάλου για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη λειτουργική αποδοτικότητα.
«Η ηλεκτροφυσιολογική δραστηριότητα στους εγκεφάλους των δίγλωσσων είναι λιγότερο έντονη, λιγότερο επιβαρυμένη. Τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα. Δεν χρειάζεται να ενεργοποιηθεί ο εγκέφαλος στον ίδιο βαθμό για να φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Κάτι σε αυτό δείχνει μεγαλύτερη αποδοτικότητα», ανέφερε η Bialystok.
Η σύνδεση της πολυγλωσσίας με την άνοια
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η γνώση περισσότερων γλωσσών αυξάνει το λεγόμενο γνωστικό απόθεμα (cognitive reserve), δηλαδή την ικανότητα του εγκεφάλου να αντισταθμίζει τις επιπτώσεις της γήρανσης ή μιας νευροεκφυλιστικής νόσου.
Έρευνες δείχνουν ότι οι δίγλωσσοι λαμβάνουν διάγνωση άνοιας αρκετά αργότερα από όσους μιλούν μόνο μία γλώσσα. Παράλληλα, ακόμη και όταν υπάρχουν προχωρημένες αλλοιώσεις που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, μπορούν να διατηρούν την καθημερινή λειτουργικότητά τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η Bialystok περιγράφει αυτή τη διαφορά ως ιδιαίτερα σημαντική.
Η ξαφνική λιγούρα για αυτές τις 3 τροφές μπορεί να είναι πρώιμο σημάδι άνοιας
«Κερδίζετε περίπου τέσσερα ή πέντε χρόνια κατά τα οποία παραμένετε λειτουργικοί. Και οι εγκέφαλοί τους μοιάζουν με εγκεφάλους ανθρώπων με Alzheimer, αλλά κλινικά αυτό δεν επηρεάζει τη λειτουργικότητά τους».
Πηγές:
