Μελέτη αναδεικνύει τη σοβαρή ανισοκατανομή του ιατρικού προσωπικού στο ΕΣΥ και προτείνει κίνητρα, καλύτερο σχεδιασμό και ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Η Ελλάδα μπορεί να διαθέτει την υψηλότερη αναλογία γιατρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως η γεωγραφική κατανομή τους παραμένει βαθιά άνιση, αφήνοντας αγροτικές και νησιωτικές περιοχές με σημαντικά κενά στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.
Την εικόνα αυτή αποτυπώνει η μελέτη «Policy Roadmaps for Acting Early on NCDs», η οποία επισημαίνει ότι περισσότεροι από έξι στους δέκα γιατρούς εργάζονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε γενικούς ιατρούς και νοσηλευτές.
Οι καθηγητές Κώστας Αθανασάκης, Παναγιώτα Ναούμ, Γιάννης Αγοραστός και Ηλίας Κυριόπουλος, προτείνουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αναδιάρθρωση του ανθρώπινου δυναμικού του ΕΣΥ, με οικονομικά κίνητρα για τις άγονες περιοχές, καλύτερο συντονισμό και επένδυση στις ψηφιακές δεξιότητες και την πρωτοβάθμια φροντίδα.
Τα σημαντικά ευρήματα
Υπάρχει σημαντική έλλειψη γενικών ιατρών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 6% των ιατρών (έναντι 21% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ), καθώς και παθολόγων.
Το σύστημα έχει υποστεί μεγάλη εκροή επαγγελματιών υγείας, ειδικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Ένας μείζων μελλοντικός προβληματισμός είναι το πολύ χαμηλό ποσοστό νέων που ενδιαφέρονται να γίνουν νοσηλευτές, γεγονός που συνιστά μια επιπλέον πρόκληση.
Η πρόσφατη θέσπιση του ρόλου του «προσωπικού ιατρού» είναι ένα θετικό βήμα προς την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας. Ωστόσο, η επιτυχία του ενδέχεται να περιοριστεί από την προϋπάρχουσα έλλειψη γενικών ιατρών.
Ο συντονισμός μεταξύ των υπουργείων Υγείας και Παιδείας παραμένει αδύναμος, με αποτέλεσμα τη μη ευθυγράμμιση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων σπουδών με τις τρέχουσες και μελλοντικές ανάγκες του συστήματος υγείας.
Η έρευνα καταλήγει σε συστάσεις για την καταπολέμιση των παραπάνω ζητημάτων του ΕΣΥ:
Ενίσχυση της ψηφιακής ικανότητας του υγειονομικού προσωπικού μέσω κατάρτισης στη χρήση Ηλεκτρονικών Φακέλων Υγείας (ΗΦΥ), πλατφορμών τηλεϊατρικής και συστημάτων εξ αποστάσεως παρακολούθησης για τη φροντίδα των μη μεταδοτικών νοσημάτων.
Παροχή οικονομικών κινήτρων, στεγαστικής υποστήριξης και ευκαιριών επαγγελματικής εξέλιξης για την προσέλκυση και διακράτηση εργαζομένων στον τομέα της υγείας σε αγροτικές και νησιωτικές περιοχές.
Θέσπιση επίσημης συνεργασίας μεταξύ του υπουργείου Υγείας και του υπουργείου Παιδείας για τη διασφάλιση της τακτικής επικαιροποίησης των προγραμμάτων σπουδών των επαγγελματιών υγείας. Οι επικαιροποιήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν νέα μοντέλα παροχής φροντίδας, όπως εφαρμογές ΑΙ και τηλεϊατρικής, κατ’ οίκον φροντίδα, πρόληψη και έγκαιρη ανίχνευση NCDs, καθώς και προσεγγίσεις ολοκληρωμένης διαχείρισης ασθενειών.
Εισαγωγή πολυεπιστημονικών μοντέλων διαχείρισης βάσει ομάδας για ασθενείς με NCDs σε περιβάλλοντα πρωτοβάθμιας φροντίδας, για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου επιπολασμού και των σύνθετων αναγκών των ασθενών με πολυνοσηρότητα.
Ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης πολυετούς στρατηγικής ανθρώπινου δυναμικού για την υγεία, η οποία θα ενσωματώνει μελλοντικές δημογραφικές και επιδημιολογικές προβολές, συμπεριλαμβανομένων των προβολών για το φορτίο των NCDs και τις εξελισσόμενες ανάγκες σε δεξιότητες.
